Φίλες καί φίλοι, συγγραφεῖς/συνομιλητές στο διαδίκτυο, ἄς μήν χρησιμοποιοῦμε τὰ ἀπωθητικά greeklish, για νά ἐκφράζουμε τίς ἀπόψεις μας. Ὅπως ὅλοι γνωρίζουμε πατώντας τόν συνδυασμό πλήκτρων "alt-shift" ἐναλλασσόμαστε ὡραιότατα ἀνάμεσα στό λατινικό καί τό ἑλληνικό ἀλφάβητο. Τό νά γράφει κάποιος χρησιμοποιώντας τήν ἑλληνική ἀλφάβητο δέν εἶναι θέμα παραξενιᾶς ἤ ἐλιτισμοῦ. Ἀντίθετα,θά ἔλεγα ὅτι εἶναι ζήτημα χαλαρωμένων ἀντανακλαστικῶν,τό νά μήν τόν ἐνοχλεῖ ἡ κακοποίηση πού ὑφίσταται ἡ γλῶσσα μας, ἀφοῦ μέσα ἀπό τά greeklish χάνει κάποιος ἐντελῶς τήν ἐπαφή μέ τις ρίζες, ἄρα καί τήν οὐσία τῶν λέξεων τῆς ἑλληνικῆς. Τώρα πού ἡ κυβέρνηση ξεπουλάει κάθε τί ἐθνικό, ἄς μήν τήν βοηθᾶμε ἀπό ἐπιπολαιότητα καί κακῶς ἐννοούμενη εὐκολία στό ἔργο της.
Υ.Γ: Ἡ βίαιη καί χωρίς καμμία ἐπιστημονική τεκμηρίωση κατάργηση τοῦ πολυτονικοῦ τρόπου γραφῆς τῆς ἑλληνικῆς ἀποτελεῖ μιάν ἀκόμα σκοτεινή καί πονεμένη ἱστορία...

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

"ΤΟ ΔΕΡΜΑ ΠΟΥ ΚΑΤΟΙΚΩ" - σκην. ΠΕΔΡΟ ΑΛΜΟΔΟΒΑΡ (2011) ("THE SKIN I LIVE IN" / "LA PIEL QUE HABITO" - dir. Pedro Almodóvar )

Νά τό πάρει τό ποτάμι;...
Στήν τελευταία σκηνή τῆς ταινίας καί μάλιστα στήν τελευταία της ἀτάκα, ὅταν ὁ πλήρως μεταμορφωμένος  σέ Βέρα, Βίνσεντ ὁμολογεῖ στήν μητέρα του ὅτι πρόκειται γιά τόν πάλαι ποτέ ἐξαφανισμένο γυιό της, βρίσκεται, κατά τήν γνώμη μου, καί ἡ λύση τοῦ αἰνίγματος , τό ὁποῖο ὡς αἴσθηση κυριαρχεῖ καθ΄ ὅλην τήν πορεία τῆς ταινίας.
Ἡ σκηνή αὐτή λειτουργεῖ ὡς ἡ ἄκρη τοῦ μίτου τῆς Ἀριάδνης, ἀπό τήν ὁποία πρέπει ν’ ἀρχίσει ὁ θεατής νά ξετυλίγει, γιά ν’ ἀποκρυπτογραφήσει, τό μέχρι ἐκείνη τήν στιγμή ἀπόλυτα μπερδεμένο κουβάρι γεγονότων, κινήτρων, συμπεριφορῶν, ἀνθρώπινων χαρακτήρων, πού τόν βομβαρδίζουν χωρίς καμμία διάθεση νά τοῦ ἀποκαλύψουν τὸν ρόλο τους.
«Τά φαινόμενα ἀπατοῦν» βροντοφωνάζει ὁ Ἀλμοδόβαρ μέσα ἀπ΄ ὅλες τὶς σχέσεις τῶν προσώπων πού, ὅταν βρίσκονται ἐνώπιος ἐνωπίῳ, διαπλέκονται ὑπό τίς πλέον ἀπρόβλεπτες συνθῆκες, ἐνῶ φαινομενικά ζοῦν σ’ ἓναν τέλεια κατασκευασμένο καί ἀψεγάδιαστο γνώριμο  κοινωνικό χῶρο.
Μόνο πού, πίσω ἀπ’ αὐτήν τήν στιλπνή ἐπιφάνειά της, ἡ κοινωνία  γεννᾶ διαρκῶς μηχανισμούς προσαρμογῆς τοῦ ἀνθρώπου παράλογους, σκληρούς καί καταπιεστικούς. Σ' αὐτούς παραπέμπουν ἡ ἀναγκαστική ἀπομόνωση τῆς Βέρας στόν πλήρως τεχνολογικά ἐξοπλισμένο περίκλειστο χῶρο ἤ ἡ ἐπαφή της μέ τόν ἔξω κόσμο μόνο μέσῳ τῆς τηλεόρασης καί τῆς κάμερας πού τήν παρακολουθεῖ 24 ὧρες τό 24ωρο. Οἱ μηχανισμοί αὐτοί λειτουργοῦν ὡς φυλακή γιά τήν ψυχή τοῦ καθενός μας καί τῆς ἀπαγορεύουν νὰ ἐκφράσει τήν οὐσία της γιά νά νιώσει ἐλεύθερη.  
Μέσα σ' αὐτήν τήν πραγματικότητα τό μεγαλύτερο ἀδιέξοδο βιώνει σαφῶς ὅποιος νιώθει ξένος μέσα στὸ ἴδιο του τὸ δέρμα, γι΄  αὐτό καί πιστεύω πώς ὁ Ἀλμοδόβαρ μέ τήν ταινία του αὐτή ἤθελε ν' ἀποτίσει φόρο τιμῆς σέ ὅλους τούς τρὰνς-συνανθρώπους μας,  πού ἀπό ἀπελπισία καὶ συντριβή μποροῦν νά φτάσουν στήν ἐπινόηση ἑνός τόσο παρατραβηγμένου σέ ἐπιστημονικοφανεῖς προεκτάσεις, πού ἀγγίζουν τά ὅρια τοῦ θρίλλερ,  φανταστικοῦ σεναρίου –αὐτό πού βιώνει ὁ Βίνσεντ στήν ἱστορία πού παρακολουθοῦμε-  προκειμένου νά καταφέρουν νά ὁμολογήσουν στήν μητέρα τους ὅ,τι τούς βασανίζει καί τούς ἀπελευθερώνει ταυτόχρονα: τήν βαθιά τους ἀνάγκη νά βγοῦν από τό δέρμα πού κατοικοῦν καί νά «φορέσουν» τό δέρμα ἐκεῖνο πού συνάδει μὲ τήν ψυχολογία τους.
Ἀντί, λοιπόν, ὁ Ἀλμοδόβαρ νά διηγηθεῖ τήν ψυχολογική περιπέτεια τοῦ ἀνθρώπου πού ἐπιθυμεῖ νἀλλάξει φύλο μέσα ἀπό τὴν ἀναμενόμενη ματιά τῆς σύγκρουσής του μέ τήν κοινωνία, ὁδηγήθηκε στό ἴδιο ἀποτέλεσμα μέσα ἀπό τήν ἀκριβῶς ἀντίστροφη διαδικασία: Δημιούργησε, δηλαδή, σέ πρώτη ἀνάγνωση ἕνα μοντέρνο ψυχολογικό θρίλλερ ἐπιστημονικῆς φαντασίας, τό ὁποῖο μέ τήν  τελευταία σκηνή ἀνάμεσα στόν Βίνσεντ-Βέρα καί τήν μητέρα του βάζει τά πράγματα στήν θέση τους ξεκαθαρίζοντας τό μέχρι ἐκείνη τήν στιγμή αἰνιγματικό τοπίο.
Ρήσεις και Ἀντιρρήσεις: Δέν μέ ἱκανοποίησαν σχεδόν καθόλου οἱ ἑρμηνεῖες τῆς ταινίας πού διάβασα στούς διάφορους κινηματογραφικούς ἱστοχώρους. 
Χρεώνεται στόν σπουδαῖο Ἰσπανό σκηνοθέτη μανιέρα και ἔλλεψη ξεκάθαρου στόχου δεδομένου ὅτι τό μέν σενάριό του αὐτὴν τήν φορά δέν ἦταν ἐντελῶς πρωτότυπο (στηρίχτηκε στήν ἰδέα τῆς νουβέλας τοῦ Τιερύ Ζονκέ «Μυγαλή, ἡ δηλητηριώδης ἀράχνη») ἡ δέ ταινία του ἀπηχεῖ ἐμφανῶς ἕνα πλῆθος  ἐπιρροῶν, ὅπως τῶν Ἀλ. Χίτσκοκ, Λ. Μπουνιουέλ, Φρ. Λάνγκ  και Ζ. Φρανζί.
Γνώμη δική μου εἶναι πώς ὁ Ἀλμοδόβαρ κατάφερε νά ἐναρμονίσει ὅλο αὐτό τὸ ἀποθησαυρισμένο ὑλικό, ὥστε τελικά νὰ ὑπηρετήσει μέ τόν καλύτερο τρόπο τό αἰσθητικά τέλειο καί ψυχρά κατασκευασμένο σύμπαν πού δημιούργησε, προκειμένου  νά λειτουργήσει  τὸ σκεπτικὸ πού ἀνέλυσα στήν κριτική μου.

Τρίτη, 16 Αυγούστου 2011

"ΩΡΕΣ ΚΟΙΝΗΣ ΗΣΥΧΙΑΣ" - σκην. ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΕΥΑΓΓΕΛΑΚΟΥ (2006)

"Οἱ  Ἀγανακτισμένοι" τῆς συνοικιακῆς πλατείας...
Εἶδα τήν ταινία τῆς Κατερίνας Εὐαγγελάκου μόλις πρίν δυὸ χρόνια, δηλ. πολύ καιρό μετά τήν πρώτη της προβολή στούς κινηματογράφους καὶ χωρίς νά ἔχω ἀκούσει ἤ διαβάσει τίποτα γι’ αὐτήν. 
Μέ τό νά μήν ἔχω δεῖ μέχρι σήμερα οὔτε τήν προηγούμενη πολυβραβευμένη της ταινία "Θά τό μετανιώσεις", στό 43ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (2002), ἡ θετικότατη αἴσθηση πού ἀποκόμισα ἀπό τό συνειδητά ἀντι-νατουραλιστικό πνεῦμα πού χαρακτήριζε τις "Ὧρες κοινῆς ἡσυχίας", ὑπῆρξε πολύ εὐχάριστη ἔκπληξη γιά μένα. Προσφάτως ἔτυχε νά ξαναδῶ σέ βίντεο τήν ταινία, ὁπότε καί ἀποφάσισα νά συστηματοποιήσω κάποιες σκέψεις μου πού τήν πρώτη φορά εἶχα καταγράψει.
Ἡ ταινία στήν ἀρχή μόνον καί γιά πολύ λίγο ξεγελάει πώς ἴσως πρόκειται γιά τυπική ἠθογραφία κι αὐτό λόγῳ τοῦ σκηνικοῦ της: μικρή πλατεία σέ συνοικία τῆς Ἀθήνας μέ πολυκατοικίες γύρω-γύρω, περιβάλλον ξεκάθαρα μεσοαστικό και ἀναγνωρίσιμο ἀπ' ὅλους μας. Στήν πραγματικότητα ὅμως ἡ σκηνοθέτις μαζί μέ τόν σεναριογράφο ἔχουν ἀφήσει πολύ μακριά τὴν ἠθογραφία ἤ τόν νατουραλισμό καί τό ἀποτέλεσμα τῆς κοινῆς τους προσπάθειας εἶναι ὑπαινικτικό κι ἐσωτερικότατο.
Ἡ ματιά τῆς σκηνοθέτιδας κινεῖται σ’ ἕνα ἐπίπεδο πιό ψηλά ἀπό τά πράγματα καί τίς καταστάσεις πού περιγράφει, οὕτως  ὥστε, ἐνῶ στέκεται δίπλα τους,  νά κατορθώνει να τ’ ἀντιμετωπίζει ἀποστασιοποιημένα χωρίς συναισθηματισμούς καί δικαιολογίες. Οἱ ἥρωες δέν ἔχουν νά λογοδοτήσουν παρά μόνον ἀπέναντι στήν συνείδησή τους, ὅση διαθέτει ὁ καθένας, γι’ αὐτό καί ἡ κοινωνία ζεῖ μονίμως ἐν κινδύνῳ καί σέ κατάσταση συναγερμοῦ.
Οἱ χαρακτῆρες τοῦ ἔργου περιχαρακωμένοι ὁ καθένας ἐντός τοῦ ἑαυτοῦ του καί τῶν ἀναγκῶν του ἐκπλήσσονται, ὅταν ἀντιλαμβάνονται ὅτι συνυπάρχουν καί ἀλληλοεπηρεάζονται κι ὄχι ὅτι ἁπλῶς διαβιοῦν παράλληλα. 
Τό γεγονός αὐτό δίνεται ἀπὸ τήν σκηνοθέτιδα πάρα πολύ ἐπιτυχημένα μέσα ἀπό ἕνα πρωτότυπης σύλληψης μοντάζ, τό ὁποῖο νιώθεις ὅτι βασίζεται στά βλέμματα τῶν ἡρώων τῆς ταινίας, πού ἄλλοτε διασταυρώνονται τυχαῖα κι ἄλλοτε παρατηροῦν παράλληλα τόν κόσμο καί τά τεκταινόμενα δίνοντας πάσα ἀπό τήν μιά σκηνή στήν ἑπόμενη. Μέ τόν τρόπο αὐτό ἡ ἀφήγηση ρέει μέ φυσικότητα χωρίς νά μεταβιβάζεται κατά λογική συνέπεια ἀπό τήν μιά σκηνή στήν ἄλλην καί ἀποκτᾶ ἀλήθεια κι ἐσωτερικότητα λόγῳ αὐτοῦ τοῦ ἰδιότυπου μοντάζ πού συμβαίνει μπροστά στά μάτια μας!
Τέλος ἀποενοχοποιεῖται μιά καί καλή ἡ διαύγεια τοῦ ἑλληνικοῦ τοπίου, ἀφοῦ ἡ ταινία ἀπό μόνη της εἶναι ἡ ἀπάντηση ὅτι δέν χρειάζεται ὁ τόπος μας νά σκοτεινιάζει με τεχνητούς τρόπους ἤ ἔστω νά κινηματογραφεῖται σέ δύστροπες -ἀκόμα καί σπάνιες γιά τήν Ἑλλάδα- καιρικές συνθῆκες,  προκειμένου ν' ἀποδοθεῖ ἡ σκοτεινιά τῶν ἀνθρώπινων πραγμάτων.
Χωρίς ὑπερβολή θεωρῶ πώς οἱ "Ὧρες κοινῆς ἡσυχίας" συνιστοῦν μιά ἀπό τίς πιό ἄρτιες καί ὁλοκληρωμένες ταινίες τοῦ Ἑλληνικοῦ κινηματογράφου.

Τρίτη, 10 Μαΐου 2011

"ΠΙΝΑ ΜΠΑΟΥΣ" - σκην. ΒΙΜ ΒΕΝΤΕΡΣ (2011) - ("PINA BAUSCH" - dir. WIM WENDERS)

"Τί θά θύμιζαν οἱ ταινίες τοῦ Ἴνγκμαρ Μπέργκμαν, ἄν ἦταν χορογραφίες;"
Κατ’ ἀρχάς νά δηλώσω πώς θ' ἀναφερθῶ στήν δισδιάστατη ἐκδοχή τῆς ταινίας "Πίνα Μπάους", τήν ὁποία ἐπί τούτου παρακολούθησα, ὡς ἐπί τό πλεῖστον, ἄνευ τῶν 3D γυαλιῶν πού μοῦ μοίρασαν στήν εἴσοδο τῆς αἴθουσας, ἀφοῦ ἤθελα νά ἔρχομαι σ’ ἐπαφή κυρίως μέ τήν κινηματογραφική ὁπτική τοῦ σκηνοθέτη, παρά μέ τήν ὄντως ἐντυπωσιακή ψευδαίσθηση/ προσομοίωση τῆς πραγματικότητας τῆς 3D τεχνολογίας.
Στό σημεῖο αὐτό θά κάνω μιά παρέκβαση, γιά νά  ἐπισημάνω τό κείμενο τοῦ Γιάννη Καραμπίτσου "Κινηματογραφικό ντοκιμαντέρ ή 3d κινηματογράφηση χορού; Πίνα 3d ή Πείνα για 3d;", ὁ οποῖος μέσα στήν ὑπερβολική του ἀπαισιοδοξία δέν παύει νά κρούει τόν κώδωνα τοῦ κινδύνου γιά τό δυσοίωνο μέλλον τοῦ σινεμά, ἄν τυχόν ἐπικρατήσει ἡ 3D τεχνολογία. 
Οἱ κλασσικές πλέον παραστάσεις τοῦ χοροθεάτρου Βούπερταλ, μέ τίς πρωτοποριακές χορογραφίες τῆς Πίνα Μπάους πού καταδύονται στίς σχέσεις  τῶν ἀνθρώπων ξεγυμνώνοντας τίς ψυχές τους, ἀλλά καί οἱ σέ συνέντευξη χορευτές τῆς ὁμάδας της, κινηματογραφοῦνται ἀπό τόν Βίμ Βέντερς μέ τρόπο πού παραπέμπει στήν προσήλωση καί τήν ἔνταση τοῦ βλέμματος τοῦ Ἴνγκμαρ Μπέργκμαν καί ἀποπνέει τήν θλίψη καί τήν ἠρεμία τῶν εἰκόνων του.
Ὥστε, παραφράζοντας τό γνωστό παιχνίδι, στήν ἐρώτηση «τί θά θύμιζαν οἱ ταινίες τοῦ Ἴνγκμαρ Μπέργκμαν, ἄν ἦταν χορογραφίες;», ἡ ἀπάντηση εἶναι ἁπλή γιά ὅποιον ἔχει δεῖ τό ἰδιότυπο αὐτό ντοκυμαντέρ-ἀφιέρωμα τοῦ Βίμ Βέντερς, στήν Πίνα Μπάους, μιάν ἀπό τίς σημαντικότερες χορογράφους τοῦ 20οῦ αἰώνα. 
Ρήσεις καί Ἀντιρρήσεις: Μιά πολύ ενδιαφέρουσα προσέγγιση στό ἔργο τῆς Πίνα Μπάους διάβασα στό ἄρθρο τῆς Χριστιάνας Γαλανοπούλου στό "ΒΗΜΑ", ἐνῶ στό κείμενο τοῦ Σταύρου Χ. "Πίνα Μπάους - με αφορμή ένα φιλμ" μαθαίνει κανείς σημαντικές λεπτομέρειες τῆς συνεργασίας της μέ τόν Βίμ Βέντερς. 

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011

ΤΡΕΙΣ ΤΑΙΝΙΕΣ, ΜΙΑ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ καί λίγος ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

Ἔτυχε γιά τρεῖς ταινίες πού εἶδα σχετικά πρόσφατα, κοντά τήν μιά στήν ἄλλη καί γιά τίς ὁποῖες ἔχω ἤδη γράψει τήν ἄποψή μου στό CINEMARIAN, νά διαπιστώσω ὅτι «ἔπασχαν» σέ τελική ἐκτίμηση ἀπό τό ἴδιο πρόβλημα, τήν ἔλλειψη σαφήνειας τοῦ στόχου, γεγονός πού γινόταν ἀντιληπτό κυριότατα λόγῳ τοῦ σεναρίου τῆς ταινίας.
Ἀναφέρομαι στίς: «ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ» τοῦ Ἂγγελου Φραντζῆ, «BLUE VALENTINE» τοῦ Ντέρεκ Σιανφράνκε καί «ΕΙΜΑΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ» τοῦ Λούκα Γκουαντανίνο.
Παράλληλα, διαβάζοντας συνεντεύξεις τῶν δημιουργῶν ή συνδημιουργῶν τῶν ταινιῶν αὐτῶν, μ’ ἐνδιαφέρον παρατήρησα πώς κανείς ἀπό τούς σκηνοθέτες αὐτούς δέν γνώριζε ἐξ’ ἀρχῆς τήν πορεία τῆς ταινίας του. Ὁ καθένας τους εἶχε ξεκινήσει ἀπό μιά γενική ἰδέα τήν ὁποία παράλλαζε ἤ μεταμόρφωνε ἤ ἐμπλούτιζε καί κατά τήν διάρκεια τῶν ἑτῶν πού παρῆλθαν ἀπό τή στιγμή πού πρωτοσυνέλαβε τήν ὶδέα τῆς ταινίας του, ἀλλά καί κατά τήν διάρκεια τῶν γυρισμάτων μέ τήν συνδρομή τῶν συνεργατῶν του ἠθοποιῶν, πού πρωταγωνιστοῦσαν στίς ταινίες αὐτές. 
Συγκεκριμένα:
1. Διαβάζουμε σέ συνέντευξη τοῦ Ἄγγελου Φραντζῆ στήν Κατερίνα Οἰκονομάκου:
«...Μιλάμε για μια πολύ ιδιαίτερη διαδικασία κινηματογράφησης και δουλειάς που είχε ξεκινήσει πολύ πριν αρχίσουμε τα γυρίσματα. Τι σημαίνει αυτό; Ότι η ταινία όλη ξεκίνησε από ένα αρχικό σενάριο το οποίο στην πορεία εγκαταλείφθηκε λίγο, ξαναδουλεύτηκε μαζί με τους τρεις ηθοποιούς – οι οποίοι είναι και συνσεναριογράφοι του όλου εγχειρήματος–, ξαναφτιάξαμε τους ήρωες και διαμορφώναμε το σενάριο κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων με βάση και τα ημερολόγια που κρατούσαμε...
... Μοιάζει σαν να περιγράφεις ένα πείραμα. Ποιο είναι αυτό;
Προσπαθώ να αποσπάσω τα πρόσωπα από τα πολιτισμικά τους συμφραζόμενα, από τον χώρο τους και να δω την ανθρώπινη φύση και τον ανθρώπινο ερωτισμό πιο ακατέργαστο. Και ναι, έχει τον χαρακτήρα πειράματος. Για να φτάσουμε στο σημείο να μπορούμε να πάμε στο «εργαστήριο» προηγήθηκαν πολλοί μήνες πρόβες. Έπρεπε να φτάσουμε στο σημείο να είναι θωρακισμένοι οι χαρακτήρες, γιατί μιλάμε για μια διαδικασία πολύ επικίνδυνη συναισθηματικά, ήταν στην κόψη του ξυραφιού. Τώρα, από εκεί και πέρα, εγώ όντας και σκηνοθέτης και φωτογράφος και καμεραμάν, ήμουν πραγματικά το τέταρτο πρόσωπο. Ήμουν το βλέμμα που ήταν συνέχεια πάνω τους. Αισθανόμουν ότι κάπως έτσι θα είναι να κάνεις ένα ντοκιμαντέρ για άγρια θηρία, όπου κι εσύ δεν ξέρεις πώς θα αντιδράσεις.
Από αυτό το πείραμα εσύ τι έμαθες για την επιθυμία;
Απλά άλλαξε η ζωή μου. Καταρχήν ξεκίνησα με ένα σχήμα, μάλλον με πολλά σχήματα θεωρητικά, με ένα υπόβαθρο από πολλαπλά διαβάσματα γύρω από την επιθυμία – Προυστ, Ρενέ Ζιράρ, Λακάν… Εννοείται ότι ο στόχος ήταν όλα αυτά να τα ξεχάσουμε. Και αυτό που ανακάλυψα είναι ότι η ζωή υπερβαίνει τα πάντα, ότι κανένα θεωρητικό σχήμα δεν μπορεί να την ορίσει. Οποιοδήποτε σχήμα είναι ελλιπές. Η ζωή είναι πάντα τόσο πιο σύνθετη. Μετά το τέλος της ταινίας η ζωή μου άλλαξε πολύ ουσιαστικά. Μέσω αυτής διαδικασίας θεωρώ ότι ενηλικιώθηκα – και νωρίς ενηλικιώθηκα, είμαι 38 ετών...»
«...Για την αρχική του ιδέα:
Derek Cianfrance: Όταν μεγάλωνα, ζούσα μ' έναν φόβο, με τον εφιάλτη των συνεχών τσακωμών των γονιών μου. Όταν έγινα 20, χώρισαν. Γι' αυτό ήθελα να κάνω μια ταινία που να κοιτάζει κατάματα αυτούς τους φόβους. Θεωρώ ότι αυτή είναι η ευθύνη του καλλιτέχνη, να αντιμετωπίζει αυτά που τον τρομάζουν.
Για τα δώδεκα χρόνια που του πήρε να γυρίσει το φιλμ:
Derek Cianfrance: Στη διάρκεια αυτών των 12 χρόνων νόμιζα ότι ήμουν καταραμένος, ότι αυτό το φιλμ δεν θα γυριστεί ποτέ. Ένα σωρό αναποδιές και απίστευτες ατυχίες συνεχώς ανέβαλλαν τα σχέδιά μας. Ήταν σαν οι δυνάμεις του σύμπαντος να μου λένε πως δεν είμαι έτοιμος. Πριν 12 χρόνια δεν είχα παιδιά, δεν ήμουν παντρεμένος, ήμουν ένας άλλος άνθρωπος. Αυτή η εμπειρία, όλες οι εμπειρίες της ζωής μου, μου έμαθαν πολλά. Καθώς το δούλευα και το ξαναδούλευα, ξεδίπλωνα τις πτυχές που έκρυβε το έργο. Είναι ένα έργο χαρακτήρων, και μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια προσπάθησα να το κάνω πιο ειλικρινές, πιο προσωπικό. Είμαι ευγνώμων. Όλα αυτά τα χρόνια θεωρούσα ότι είμαι καταραμένος, αλλά τελικά συνειδητοποιώ ότι ήμουν τυχερός...
... Για τους πρωταγωνιστές του, Ryan Gosling και Michelle Williams:
Derek Cianfrance: Η Michelle πήρε το σενάριο το 2003 και ο Ryan το 2005. Μπορεί να μην αναφέρονται ως συν-σεναριογράφοι, αλλά οι δυο τους συνέβαλαν πάρα πολύ στη δημιουργία του έργου. Βγαίναμε για φαγητό με τον Ryan και συζητούσαμε για εννιά ώρες, και μετά γύριζα στο σπίτι και ξαναέγραφα όλο το σενάριο από την αρχή, με βάση τα όσα είχαμε πει. Και το ίδιο με τη Michelle. Έγραψαν μεγάλα κομμάτια των διαλόγων, προφανώς σε σημεία αυτοσχεδίασαν, πολλά κομμάτια της ταινίας προέρχονται από αυτούς. Αυτοί έκαναν το έργο αυτό που είναι...»
3. Διαβάζουμε σέ συνέντευξη τῆς  Τίλντα Σουίντον, πρωταγωνίστριας της ταινίας "ΕΙΜΑΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ":
«...Ανέκαθεν υπήρξες περιπετειώδης στις συνεργασίες σου στο σινεμά. Πώς προέκυψε το «Είμαι ο Έρωτας» και η φιλία με τον Λούκα Γκουαντανίνο;
Τ.Σ.: Στην πραγματικότητα, η ιστορία μας πηγαίνει πίσω σχεδόν είκοσι χρόνια. Ο Λούκα μου είχε γράψει ένα γράμμα ζητώντας να παίξω σε μια ταινία του, δυστυχώς και πολύ αγενώς, δεν του απάντησα ποτέ. Όταν λίγα χρόνια αργότερα βρέθηκα στη Ρώμη με συνάντησε και αντί να μου ζητήσει τον λόγο, μιλήσαμε πολύ και μια φιλία ξεκίνησε. Από τότε μιλάγαμε για το σινεμά που μας αρέσει, τις ταινίες που θέλουμε να κάνουμε μαζί και παρ’ ότι μας πήρε αρκετό καιρό για να το καταφέρουμε, είναι σχεδόν 11 χρόνια που ετοιμάζουμε το «Είμαι ο Έρωτας», νομίζω ότι το αποτέλεσμα δικαιώνει τη φιλία και το διάστημα που περάσαμε μαζί....»
ἀλλά καί ἐδῶ
«...Ο σκηνοθέτης φτιάχνει μια ταινία «κομμένη στα μέτρα» κυριολεκτικά της Tilda Swinton η οποία εκτός από το ρόλο της ερμηνεύτριας συνέβαλε αποφασιστικά στη διαμόρφωση αυτής της ιστορίας και στην παραγωγή της. Στο παρελθόν, πριν από εφτά χρόνια είχε συνεργαστεί με τον ίδιο σκηνοθέτη για την ταινία The love factory, μια ταινία-δοκίμιο πάνω στον έρωτα και τη μοναξιά, όπου η ηθοποιός ξετυλίγει τις σκέψεις της απαντώντας στις ερωτήσεις που της θέτει ο Luca Guadagnino. Κάτι σαν το ντοκιμαντέρ του 1960 Le chronique d’ un été (το οποίο προβλήθηκε στις Νύχτες Πρεμιέρας) όπου ο ανθρωπολόγος Edgar Morin παίρνει συνεντεύξεις από τον κόσμο, ρωτώντας τον αν είναι ευτυχισμένος… Έπειτα από το The love factory οι δύο συνεργάτες συνέλαβαν την ιδέα να φτιάξουν μια ταινία μυθοπλασίας, μια φανταστική ιστορία με κεντρικό θέμα τον έρωτα και το ξύπνημα των αισθήσεων. Αυτό το σχέδιο το προετοίμαζαν και το δούλευαν επί επτά χρόνια ώσπου τελικά δημιουργήθηκε το Io sono l’amore, όπου η Swinton βάζει όλη την πεμπτουσία των εμπειριών της από προηγούμενες ταινίες...»
Τὸ γεγονός ὅτι τό ἀποτέλεσμα τῆς δημιουργίας τους (βλ. καί ἀντίστοιχες κριτικές) τελικά ἤ ἀφήνει κενά ἤ δημιουργεῖ ἔκθετες καί ἀστήρικτες καταστάσεις, κατά τήν γνώμη μου, δικαιώνει πλήρως τήν ἄποψη τοῦ Διονυσίου Σολωμοῦ περί καλλιτεχνικῆς δημιουργίας: "Πρέπει πρώτα μέ δύναμη νά συλλάβει ὁ νοῦς κι ἔπειτα θερμά νά αἰσθανθεῖ ἡ καρδιά ὅ,τι ὁ  νοῦς συνέλαβε".

Τρίτη, 5 Απριλίου 2011

"ΠΩΣ ΤΕΛΕΙΩΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ" - σκην. ΑΛΕΞΕΪ ΠΟΠΟΓΚΡΕΜΠΣΚΙ (2010) ("KAK YA PROVYOL ETIM LETOM" / "HOW I ENDED THIS SUMMER" - dir. ALEKSEI POPOGREBSKY)

Ἐκεῖ πού ὁ Ἰντιάνα Τζόουνς θά ἔβρισκε τόν δάσκαλό του...
Ἡ ταινία «Πῶς τελείωσε αὐτὸ τό καλοκαίρι» εἶναι μιά πολύ ἐλκυστική περιπέτεια ψυχολογικῶν ἀποχρώσεων, ὡστόσο τό νά τῆς δώσεις ἕναν σαφῆ προσδιορισμό δέν εἶναι εὔκολο πράγμα, ἀφοῦ, μέχρι νά τελειώσει, ἔχεις προλάβει τουλάχιστον δύο φορές ν’ ἀλλάξεις γνώμη για τό εἶδος στό ὁποῖο ἀνήκει.
Ἡ στιβαρή σκηνοθεσία καί οἱ  ἀργοί τελετουργικοί ρυθμοί της ἀρχικά σέ προϊδεάζουν γιά κάτι πιό βαθύ, τελικά ὅμως τά ἀκραῖα ὅρια τῆς συμπεριφορᾶς τῶν δύο ἀντρῶν κατορθώνουν ν’ ἀγγίξουν ὁλοκληρωμένα μόνο τό ἐπίπεδο τῆς καθαρῆς περιπέτειας, ἀφήνοντας μετέωρη καί ἀνολοκλήρωτη τήν ὑπαρξιακή διάσταση τῆς διαφορετικότητας τῶν δύο χαρακτήρων, πού βρέθηκαν νά συνεργάζονται ἀπομονωμένοι σ’ ἕνα νησί τῆς ἀφιλόξενης φύσης τῆς Ἀρκτικῆς.  
Τό τραγικό συμβάν τῆς ξαφνικῆς ἀπώλειας τῆς οἰκογένειας του Σεργκέϊ, κατά τήν ἐξέλιξη της ἱστορίας, δέν ἐσωτερικεύεται ἀπό τούς ἥρωες -γεγονός πού συνιστᾶ καί  ἀδυναμία τῆς ταινίας καθώς ὁ θεατής νιώθει πώς  ὁ σκηνοθέτης ἐγκαταλείπει τό βαρυσήμαντο καί πολυσήμαντο αὐτό περιστατικό- ἁπλῶς χρησιμεύει ὡς ἡ ἀφορμή πού ὑποδαυλίζει τήν ἰσορροπία τῆς μεταξύ τους σχέσης καί ἀποτελεῖ τήν κινητήριο δύναμη τῶν ψυχολογικῶν ἀντιδράσεων, οἱ ὁποῖες θά πυροδοτήσουν τήν ἔναρξη τῆς περιπέτειας πού μέ τή σειρά της θ’ ἀναδείξει τόν πραγματικό πρωταγωνιστή τῆς ἱστορίας καί εὐνοούμενο τοῦ σκηνοθέτη, πού δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τήν ἴδια τήν φύση τῆς Ἀρκτικῆς. 
Οἱ ιδιομορφίες τῆς φύσης τοῦ νησιοῦ τῆς Ἀρκτικῆς, μέ τήν συναίνεση τοῦ σκηνοθέτη, πρωταγωνιστοῦν σιωπηλά στήν ταινία καί ἐνορχηστρώνουν, μέ σιγουριά γιά τό τελικό σκόρ ὑπέρ τους,  τήν ψυχολογική σύγκρουση τῶν δύο ἀντρῶν στήν ὁποία τελικός νικητής θά στεφθεῖ ἐκεῖνος πού ἔχει ἐνσωματωθεῖ στούς ρυθμούς τους, ἐνῶ ὁ ἀνεπιθύμητος ἀντίπαλος/ἀντίζηλος θά ἐκδιωχθεῖ μέ αὐτογκόλ (ἐπιλέγοντας ἀπό ἐκδικητική ὅσο καί αὐτοκαταστροφική διάθεση νά μολυνθεῖ ἀπό ραδιενέργεια).
Τόν Σεργκέϊ, πού ἡ ἐμπειρία τόν ἔχει διδάξει τήν ἀνάγκη τῆς συμφιλίωσης μέ τούς ρυθμούς τῆς ζωῆς καί τῆς φύσης καί πού ὁ χαρακτήρας του ἔχει ἀφομοιώσει τά στοιχεῖα τῆς συμπεριφορᾶς τῆς φύσης, ὅπου διαβιώνει (ἀπρόσιτος, αὐστηρός, δυναμικός, ἀλλά την ἴδια στιγμή προστατευτικός καί γενναιόδωρος), ἡ ἴδια ἡ φύση μέσα στήν αὐτάρκεια καί τήν αὐταρέσκειά της θά τόν κρατήσει δίπλα της, ἐνῶ τόν ἐξυπνάκια καί θρασύδειλο ἀπέναντι στή ζωή καί τή φύση Πάβελ, θά τόν ἀχρηστεύσει καί μαζί μ’ αὐτόν κάθε νοοτροπία ἀμερικανόφερτου πολιτισμοῦ (βλ. τήν συνήθειά του νά περνάει τόν ἐλεύθερο χρόνο του με βιντεοπαιχνίδια).
Ρήσεις καί Ἀντιρρήσεις: Θεωρῶ πολύ ἐνδιαφέρουσα τήν κριτική τοῦ Δημήτρη Μπούρα στό φύλλο τῆς "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ" καθώς καί τήν συνέντευξη τοῦ ἴδιου τοῦ σκηνοθέτη στό culturenow.gr

Κυριακή, 27 Μαρτίου 2011

"ΙΡΛΑΝΔΕΖΙΚΟΣ ΔΡΟΜΟΣ" - σκην. ΚΕΝ ΛΟΟΥΤΣ (2010) ("ROUTE IRISH" - dir. KEN LOACH)

Ἀληθινά Ψέμματα...
Ὁ Κέν Λόουτς θα μπορούσε ἄνετα να φέρει τόν τίτλο τοῦ σκηνοθέτη «κοινωνικῶν ταινιῶν» μέ ὅλη τήν σημασία τῶν λέξεων: κανείς ἄνθρωπος ἐπί γῆς δέν μπορεῖ νά ἰσχυριστεῖ ὅτι δρᾶ αὐτόνομα, ἀνεπηρέαστος ἀπό τά πλαίσια τῆς κοινωνίας ὅπου βρίσκεται. 
Παράλληλα, ὅμως, ὁ Λόουτς δέν πιστεύει ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι δημιούργημα ἀπότοκο τῆς κοινωνίας καί μόνο. Πιστεύει στό ἔμφυτο τῆς ἀνθρώπινης καλωσύνης, στό ἔμφυτο ἀξιῶν, ὅπως ἡ φιλία καί ἡ ἀλληλεγγύη, οἱ ὁποῖες δημιουργοῦν κάθε τόσο μέσα στήν κατά κανόνα ἀδιάφορη ἤ ἀνάλγητη κοινωνία τῶν ανθρώπων τά ἀουτσάϊντερ, πού φέρνουν τήν ανατροπή.
Ἡ δυνατή σκηνοθεσία τοῦ ἔργου υἱοθετεῖ τήν ρομαντική (ἴσως καί μελό κάπου-κάπου) αὐτή ματιά, μέ την ὁποία ὁ Λόουτς ἀντιμετωπίζει τήν ἀδυσώπητη κοινωνία, χωρίς φλυαρίες ἤ ρητορίες, ἀλλά μέ τήν σφικτοδεμένη ροή μιᾶς ἀστυνομικῆς/κατασκοπικῆς ἱστορίας: γρήγορo ρυθμό, ρεαλιστικά σκηνικά, μοιραῖες ἐνέργειες πού ἀκουσίως ἐπιταχύνουν τίς ἐξελίξεις, ἀνατροπή δεδομένων, συγχρονισμό δράσης. 
Τό ουτσάϊντερ πού νσαρκώνει βετεράνος μισθοφόρος στό ράκ, Φέργκους, θά ψάξει μέ λην τήν δύναμη τς ψυχς του, θά διαλευκάνει καί θά ἐκδικηθεῖ μέχρι αὐτοκαταστροφῆς τόν μυστηριώδη θάνατο το παιδικο του φίλου, πίσης ουτσάϊντερ καί ν νεργεί μισθοφόρου στρατιώτη στό ράκ, Φράνκι.
Ὅταν, ὅμως, φύγεις ἀπό τήν αἴθουσα, περισσότερο κι ἀπό μιά σύνθετη ἱστορία ἀστυνομικο-κατασκοπικοῦ χαρακτήρα, αἰσθάνεσαι ὅτι ἔχεις παρακολουθήσει μιά δυνατή πολιτική ταινία, ἀντικειμενική στά ὅρια τῆς σοβαρῆς δημοσιογραφικῆς ἔρευνας, γιά τό φαινόμενο τῶν ἐταιρειῶν στρατολόγησης μισθοφόρων, ἕνα καρκίνωμα πού λυμαινόταν τό Ἰράκ κατά τήν περίοδο τῆς Νατοϊκῆς εἰσβολῆς,  γεγονός πού ἐκπληρώνει καί τόν βασικό στόχο τοῦ σκηνοθέτη: "..."Είναι αλήθεια πως αυτοί που υποκίνησαν τον πόλεμο, αυτοί οι στυγνοί εγκληματίες, ουδέποτε λογοδότησαν για όσα έκαναν. Μέσα από τα έργα μου θα κάνω ό,τι μπορώ για να οδηγηθούν κάποια στιγμή στο εδώλιο" συμπληρώνει ο ριζοσπάστης και πάντα μαχητικός Loach..."
Ρήσεις καί Ἀντιρρήσεις: Μέ βρίσκουν σχεδόν ἀπολύτως σύμφωνη οἱ ἀπόψεις πού ἐκφράζονται στίς κριτικές πού διάβασα στό sevenart.gr καί στό filmboy.gr .

Τρίτη, 15 Μαρτίου 2011

"BLUE VALENTINE" - σκην. ΝΤΕΡΕΚ ΣΙΑΝΦΡΑΝΚΕ / DEREK CIANFRANCE (2010)

Ὁ Ἀμνός τοῦ Θεοῦ...
Ἡ μελαγχολική ἐρωτική ἱστορία "Blue Valentine" εἶναι μιά ταινία πού αξίζει κανείς νά τη δεῖ, κι ἄς σοῦ δημιουργεῖ τήν αἴσθηση, βγαίνοντας ἀπό τόν κινηματογράφο, πώς τό κύριο θέμα της δέν ἦταν τελικά τό χρονικό τῆς γέννησης καί τῆς κατάρρευσης μιᾶς ἐρωτικῆς σχέσης, ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ δημιουργός της.
Αὐτή ἡ -κατά τήν προσωπική μου ἄποψη- ἔλλειψη αὐτογνωσίας τοῦ σκηνοθέτη ἀναφορικά μέ τό ἀντικείμενο προβληματισμοῦ τῆς ταινίας του, πιστεύω ὅτι ὀφείλεται στήν παρορμητική προσπάθεια τοῦ Σιανφράνκε να μιμηθεῖ τό ἔργο τοῦ Τζών Κασσαβέτης, τοῦ ὁποίου, ἄλλωστε, δηλώνει ἔνθερμος θαυμαστής. 
Ὁ Τζών Κασσαβέτης μελετάει τίς ἀνθρώπινες σχέσεις (ἐρωτικές, συγγενικές, οἰκογενειακές, φιλικές) ἀποκρυπτογραφώντας τά ψυχολογικά ὅρια συμπεριφορῶν, πού ἀκροβατοῦν ἀνάμεσα στό κοινωνικῶς ἀποδεκτό καί τό μή.
Ὁ Ντέρεκ Σιανφράνκε, ἀπό τήν ἄλλη, στὸ “Blue Valentine” ἔχει δημιουργήσει τό δίπολο μιᾶς ἐρωτικῆς σχέσης ἀρκετά συχνά συναντώμενης, τήν ὁποία, σεναριακά τουλάχιστον, καί πιθανότατα χωρίς ὁ ἴδιος νά τό ἔχει συνειδητοποιήσει, τήν ἀντιμετωπίζει κυρίως ἀπό τήν ἠθική της διάσταση καί λιγότερο ἀπό τήν ψυχολογική της. [Γι αὐτὸ καί πιστεύω πώς τό "παράλογο" τῆς σκηνῆς μέ τήν Σίντυ, πού συναντάει στά κρυφά τόν φίλο της, καθισμένη στό ἀναπηρικό καροτσάκι τῆς γιαγιᾶς της, καθιστᾶ τήν σκηνή παράταιρη μέσα στό σύνολο τῆς ταινίας.] 
Μέσα ἀπό τήν πλοκή τῆς ἱστορίας,  πού τελικῶς ἀφηγεῖται ὁ Σιανφράνκε, πάνω ἀπ ὅλα ἀναδύεται ἔντονα τό μεγαλεῖο τῆς ψυχῆς τοῦ Ντήν, τοῦ ἄντρα τῆς Σίντυ, ὁ ὁποῖος παραμένει  ἁγνός, ἀβοήθητος καί παρεξηγημένος μέχρι τέλους. Ἡ ποιότητα αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπινου χαρακτήρα, κατά τήν γνώμη μου, ὑπερκαλύπτει τό σκέλος τῆς ταινίας, πού ἀφορᾶ στήν σχέση τοῦ ζευγαριοῦ. 
Κι ὅμως, ὁ σκηνοθέτης μοιάζει νά μήν γνωρίζει τήν ἀξία τοῦ ἥρωα πού ἔχει δημιουργήσει. 
Γιά παράδειγμα, ἡ σκηνή τῆς μεταφορᾶς τῆς οἰκοσκευῆς τοῦ ἡλικιωμένου Γουῶλτερ στό γηροκομεῖο, μέ τόν Ντήν νά φροντίζει,  ἀπεγνωσμένα καί χωρίς καμμία ὑποχρέωση, νά δημιουργήσει ἕνα περιβάλλον, πού θά κάνει τόν γέρο ἄντρα νά αἰσθανθεῖ πιό οἰκεῖα, μπορεῖ ν’ ἀποτελέσει, κατά τή γνώμη μου, κομμάτι ἀνθολογίας σκηνῶν ἔκφρασης τῆς ἀνθρώπινης γενναιοδωρίας καί τοῦ πάθους γιά προσφορά στόν συνάνθρωπο. 
Ἡ ἀταλάντευτη πίστη τοῦ ἀμόρφωτου ἐργατόπαιδου στήν σημασία τοῦ ἔρωτά του γιά τό εὔστροφο κολλεγιοκόριτσο, ἡ σταθερότητά του ἀπέναντί της, ἡ ἀνιδιοτελής ὑποστήριξη πού τῆς προσφέρει κατά τήν ἐγκυμοσύνη της, ἀρνούμενος νά κυλιστεῖ σέ ἐγωιστικά συναισθήματα λόγῳ τῆς ἀμφισβητούμενης πατρότητας τοῦ παιδιοῦ, ἡ ἔμπνευση καί ἡ ἀγάπη μέ τήν ὁποία ἀντιμετωπίζει τόν πατρικό ρόλο, μᾶς ἀποκαλύπτει τόν Ντήν ὡς Χριστιανικό πρότυπο Ἀγάπης πρός τόν πλησίον, συγχώρεσης, ταπεινοφροσύνης, ἐνσάρκωση τῆς ρήσης «Μακάριοι οἱ πτωχοί τῷ πνεύματι», εὑρισκόμενον πολύ μακριά ἀπό τήν ματαιοδοξία καί τήν μικροψυχία τῶν συμπεριφορῶν καί τῶν ἐπιθυμιῶν τῆς Σίντυ. 
Ἡ κάμερα τοῦ Σιανφράνκε, δημιουργώντας ἀσφυκτικά πλάνα, μονίμως στό κατόπι τῶν ἡρώων του, δίπλα, μπροστά ἤ πίσω ἀπό τά πρόσωπα καί τά σώματά τους (στοιχεῖο πού μαρτυρᾶ ἐντονότατα τήν ἐπιρροή Κασσαβέτης), ἐπιλέγει νά μιλήσει γιά τήν μεταξύ τους, τήν αὐστηρά ἰδιωτική τους περιπέτεια. Ἡ πληθώρα αὐτή τῶν κοντινῶν  πλάνων ἀναδεικνύει μέν τήν ψυχολογική πλευρά τῆς κατάστασης πού βιώνουν οἱ ἥρωες, ἀλλά ἀγνοεῖ τήν ὑπαρξιακή διάσταση μιᾶς σχέσης πού προκύπτει ἀπό μή ἰσοδύναμους ἠθικά χαρακτῆρες, ὥστε τελικῶς ὁ Ντήν νά ἐγκαταλείπεται ἀδικαίωτος στήν (ἠθική)  μοναξιά του, ὄχι μόνον ἐντός τῆς κοινωνίας πού ζεῖ , ἀλλά καί κινηματογραφικά...
Ρήσεις καί Ἀντιρρήσεις: Ὅσον ἀφορᾶ στήν συνολική ἐκτίμηση τῆς ταινίας τοῦ Σιανφράνκε, δέν μπόρεσα νά συμφωνήσω μέ καμμία ἀπό τίς κριτικές πού ἔτυχε νά διαβάσω. Παρ' ὅλ' αὐτά, ἀνακάλυψα ἀρκετά κοινά σημεῖα μέ τήν ἀνάλυση τοῦ blog, Movies Ltd .

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2011

"ΕΙΜΑΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ" - σκην. ΛΟΥΚΑ ΓΚΟΥΑΝΤΑΝΙΝΟ (2009) ("IO SONO L' AMORE" - dir. LUCA GUADAGNINO)

-Ἐγώ εἶμαι ὁ ἔρωτας!
-Κόψε κάτι!
Τό συγκεκριμένο κριτικό μου σχόλιο γράφτηκε καί δημοσιεύτηκε στό ἱστολόγιο camerastyloonline.wordpress.com τόν Ἰανουάριο τοῦ 2011, ὡς ἀπάντηση στήν κριτική τῆς Δήμητρας Γιαννακοῦ:  http://camerastyloonline.wordpress.com/2010/10/07/io-sono-l-amore-luca-guadagnino-kritiki-dimitras-giannakou/  
Ἐδῶ, ἀναδημοσιεύεται μέ λίγες διορθώσεις.  
Ἀκόμα καί τοῦ πιό ἀπαίδευτου θεατῆ τό μάτι δέν μπορεῖ παρά νά αἰσθανθεῖ τό γλαφυρό ἀποτέλεσμα τῆς μοναδικῆς ἱκανότητας τοῦ σκηνοθέτη στίς τεχνικές τῆς κινηματογραφικῆς ἀφήγησης καί τοῦ μοντάζ. Ὁ Λούκα Γκουαντανίνο δημιουργεῖ μέ χαρακτηριστική ἄνεση καί εὐκολία σκηνές ποίησης κινηματογραφώντας μέ πραγματική ἔμπνευση χώρους καί χρόνο, ὅπου κινοῦνται οἱ ἥρωες τοῦ ἔργου. 
Ὅμως ἡ ἀπόλυτα ἐπιτυχημένη μίμηση κι ἐναλλαγή τῶν «τρόπων» ἄλλοτε τοῦ Χίτσκοκ, ἄλλοτε τοῦ Ἀϊζενστάϊν, ἄλλοτε τοῦ Ἀντονιόνι, τελικά στερεῖ τήν ταινία του ἀπό προσωπικό ὕφος γραφῆς καί τήν ὑποβιβάζει στό ἐπίπεδο μιᾶς ἄσκησης δεξιοτεχνίας κι ὄχι μιᾶς ταινίας μέ ὁλοκληρωμένο νόημα.
Γι’  αὐτό καί πιστεύω πώς τό «Εἶμαι ὁ ἔρωτας» ἔχει ἀποτύχει στόν σκοπό του:
Τό πάθος καί ἡ ἔνταση των καταστάσεων πού βιώνει προοδευτικά ἡ καταπιεσμένη Ρώσικη ψυχή τῆς μητέρας, ἡ ἀπογοήτευση πού καταλαμβάνει τό γιό της ἀπό τήν κλιμακωτή καθίζηση τῶν ρομαντικῶν προσδοκιῶν του, ἡ ἀλλαγή καί ἡ ἀνατροπή τῶν παραδόσεων πού συνήθιζαν νά χαρακτηρίζουν τό οἰκοδόμημα τῆς πάμπλουτης, ἀριστοκρατικῆς οἰκογένειας τῶν Ρέκι, ἀντιμετωπίζονται μέ ἔλλειψη σφαιρικότητας, σχηματικά καί ἀποσπασματικά, ὡς ἐπεισόδια ἑνός σήριαλ κι ὄχι δυναμικά μέ μιά «απ’ ἔξω ἀπό τά πράγματα», ἀφ’ ὑψηλοῦ γενική κριτική ματιά (ἀδιάφορο ἄν εἶναι θετική ἤ ἀρνητική) τῆς στάσης ζωῆς τῆς οικογένειας. 
Κι ἐνῶ ἡ κάμερα ἐπιλέγει τήν ἀποστασιοποιημένη ματιά τοῦ ἀφηγητῆ-παντογνώστη, ὁ σκηνοθέτης μοιάζει νά μήν  ἔχει πάρει θέση ἀπέναντι στίς καταστάσεις πού ἀντιμετωπίζουν οἱ ἥρωές του καί τά διλήμματα πού τούς ταλανίζουν.
Τό ἐπιφανειακό σενάριο τοῦ ἔργου, πού βαδίζει πιστά πάνω σέ ἴχνη χαραγμένων προτύπων τῆς νοοτροπίας πού διακρίνει τόν μεγαλοαστικό πλοῦτο (δικαιωμένων αἰσθητικά ἀπό τήν ἤδη ὑπάρχουσα λογοτεχνία ἤ κινηματογράφο), πέφτει στήν  παγίδα τοῦ προφανοῦς, τοῦ κοινότυπου καί τοῦ ἀναμενόμενου.
Ὡς ἀποτέλεσμα δέν καταφέρνει ν’ ἀποκαλύψει τήν οὐσία τῆς ψυχῆς τῶν ἡρώων, ἀλλά τούς ἀφήνει νά δροῦν ὡς ἄγνωστοι μήτε δικαιώνοντας μήτε ἀπαξιώνοντας τίς αντιδράσεις τους. 
Ὁ θεατής ἀναγκάζεται νά βρεῖ τήν λύση μόνος του καταφεύγοντας, προκειμένου νά δικαιολογήσει ἤ ὄχι τίς πράξεις τους, στήν προσωπική του ἠθική... ·ἀλλά αὐτὴν ἀκριβῶς τήν στιγμή, ἡ χάρη καί ἡ κομψότητα τῆς κινηματογραφικῆς ἀφήγησης χάνουν ὁρμητικά ἔδαφος μπροστά στό βαρύγδουπο ἀποτέλεσμα τῆς ἀνυπαρξίας ἀρχικῆς συνολικῆς σύλληψης καί τελικοῦ νοήματος ἑκ μέρους τοῦ δημιουργοῦ τῆς ταινίας.
Ὅταν φεύγεις ἀπό τήν αἴθουσα, τό ἔργο ἔχει προλάβει νά ξεφουσκώσει σάν μπαλόνι καί νά γίνει ἱσοδύναμο τῶν πρός ἐντυπωσιασμό κοινωνικῶν προβληματισμῶν πού θέτουν τά τηλεοπτικά δραματικά σήριαλς.
Ρήσεις καί Ἀντιρρήσεις: Μέ βρίσκουν ἀπόλυτα σύμφωνη οἱ ἀπόψεις που ἐκφράζονται γιά τήν ταινία στά ἄρθρα τῶν blogs Cinessence, Cine-theasi, Movies for the masses.

 

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011

"Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ" – σκην. ΤΟΜ ΧΟΥΠΕΡ (2010) ("THE KING'S SPEECH" -dir. TOM HOOPER)

Μιά φορά κι ἕναν καιρό... 
...παραμύθια μέ βασιλιάδες
Τό συγκεκριμένο κριτικό μου σχόλιο γράφτηκε καί δημοσιεύτηκε στό ἱστολόγιο
camerastyloonline.wordpress.com τόν Φεβρουάριο τοῦ 2011, ὡς ἀπάντηση στήν κριτική τῆς Νταϊάνας Κεφαλογιάννη: http://camerastyloonline.wordpress.com/2011/02/16/giati-tosos-logos-gia-to-logo-tou-vasilia-tis-dianas-kefalogianni 
Ἐδῶ, ἀναδημοσιεύεται μέ λίγες διορθώσεις.  
Ἄν οἱ Ἀμερικάνοι ἔχουν ὡς σημεῖο ἀναφορᾶς τοῦ ἔθνους τους τόν πόλεμο στό Βιετνάμ καί ὁ κινηματογράφος τους πού τροφοδοτεῖται ἀπ' αὐτό τό γεγονός, μέ τή σειρά του, ἀνατροφοδοτεῖ τήν ἐθνική τους συνείδηση, τό ἴδιο μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι συμβαίνει μέ τούς Βρετανούς καί τήν Βασιλική Οἰκογένεια.
Πάνω σ' αὐτόν τόν ἐθνικῆς σημασίας γιά τούς Βρετανούς ἄξονα, τήν Βασιλική Οἰκογένεια, ἔκτισε ὁ Τόμ Χούπερ τήν ταινία του κατορθώνοντας νά μεταμορφώσει σέ διδακτικό λαϊκό παραμύθι ἕνα ἥσσονος πολιτικῆς καί ἱστορικῆς σημασίας πραγματικό γεγονός: τήν ὑπερπροσπάθεια τοῦ Γεωργίου τοῦ 6ου, νά ξεπεράσει τόν τραυλισμό του, μέ τή βοήθεια του ἑνός ἀντισυμβατικοῦ καί ταλαντούχου -ἄνευ πτυχίου- λογοθεραπευτῆ (καί ἀποτυχημένου ἠθοποιοῦ) ὅταν, παραμονές Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, οἱ συγκυρίες τόν ἔχρισαν βασιλιά. 
Μέ καμβά τό «μικρό» αὐτό γεγονός, ὁ Χούπερ ἀκολουθεῖ πιστά ὅλα τά χαριτωμένα στερεότυπα πού παραπέμπουν ἀπευθείας σέ Βρετανία καί Βρετανούς: από τά σκηνικά, τούς χώρους καί τούς τρίτους ρόλους τῆς ταινίας, πού νιώθεις ὅτι ξεπηδᾶνε αὐτούσια μέσα ἀπό σήριαλ τοῦ BBC, μέχρι τήν ἀποστήθιση τῶν ἔργων τοῦ Σέξπιρ, ὡς καθημερινή πνευματική ἄσκηση καί συνήθεια τοῦ Βρετανοῦ ἀστοῦ. 
Τό Βρετανικό, ὅμως, αὐτό παραμύθι ὁλοκληρώνεται μέ την ζυγισμένη, ἀπό τό ἔντονα ἀναγνωρίσιμο βρετανικό χιούμορ καί στύλ, σχέση ἀνάμεσα στόν Βρετανό πρίγκηπα καί τόν Αὐστραλό λογο(ψυχο)θεραπευτή του καί ἐντέλει καρδιακό του φίλο. Τό δίδυμο αὐτό (Ἄλμπερτ – Λάϊονελ), πού ἀλληλοσυμπληρώνεται τόσο ἁρμονικά, προδίδει κατά τήν γνώμη μου, ὄχι μόνο τήν θεατρική καταγωγή τοῦ σεναρίου, ἀλλά καί τήν μικτή καταγωγή τοῦ σκηνοθέτη, πού ὄντας Αὐστραλός ἀπό μητέρα, ὡστόσο φαίνεται ξεκάθαρα ὅτι λατρεύει τήν Βρετανία.
«Ὁ λόγος τοῦ Βασιλιᾶ» εἶναι μιά συγκινητική κομεντί -δοσμένη ὡς παραμύθι- πού προκύπτει ἀβίαστα ἀπό τήν ἑσωτερική δραματική σύγκρουση πού βιώνει ὁ εὐαίσθητος, καταπιεσμένος καί φιλότιμος πρίγκηπας Ἄλμπερτ μπροστά στίς εὐθύνες πού ἡ μοίρα τοῦ φορτώνει...
Μιά κομεντί φτιαγμένη ἀπό ἕναν κατά τό ἥμισυ Αὐστραλό, ὁ ὁποῖος κλείνει μέ συμπάθεια τό μάτι στόν βέρο Βρετανό πολίτη, ἔχοντας πετύχει τόν στόχο του, νά ἀναπαραγάγει ἐπιτυχημένα καί μέ σεβασμό μιά ταινία ἀπολύτου Βρετανικῆς ὑπηκοότητας!
Ρήσεις καί Ἀντιρρήσεις: Ἔναυσμα γιά τήν συγκεκριμένη κριτική δέχτηκα καί από τό κείμενο "Ο Λόγος του Βασιλιά - The King's Speech" πού διάβασα στό www.filmboy.gr


Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

"ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ" – σκην. ΑΓΓΕΛΟΣ ΦΡΑΝΤΖΗΣ (2010)

Στό δάσος τοῦ ὑποσυνείδητου
To συγκεκριμένο κριτικό μου σχόλιο γράφτηκε καί δημοσιεύθηκε στό ἱστολόγιο camerastyloonline.wordpress.com τόν Νοέμβριο τοῦ 2010, ὡς ἀπάντηση στήν κριτική τῆς Κατερίνας Μπουρδούκου: http://camerastyloonline.wordpress.com/2010/09/24/angelos-frantzis-mesa-sto-dasos-roz-mov-kai-thalassi-kritiki-parousiasi-katerinas-bourdoukou/ 
Ἐδῶ, ἀναδημοσιεύεται μέ λίγες διορθώσεις:
ταινία το γγελου Φραντζ ξίζει πραγματικά ς σύλληψη, στόσο τήν θεωρ νιση. Ἡ κινηματογράφηση τῶν τοπίων του ἔχει ἀπίστευτη γοητεία, σέ ρουφάει καί σέ βυθίζει σ' ἕνα σύμπαν ἀλλόκοτο κι ἐξωπραγματικό,  πού σέ κάνει να αἰσθάνεσαι ὅτι μπορεῖ νά εἶναι καί ὁ χῶρος τοῦ ὑποσυνείδητου τῶν τριῶν νέων, ὃμως ἡ σχέση τους δέν ἀκολουθεῖ τό ὑπερβατικό, παγανιστικό πνεῦμα τῆς  φύσης μέσα στήν  ὁποία κινοῦνται, οὔτε οἱ πράξεις τους φανερώνουν ἄγνοια τῆς ὁρμῆς πού τίς προκαλεῖ. Ἡ ἐπαφή τους συνειδητά μολύνεται ἀπό τήν πρόκληση, τήν ζήλεια, τήν διεκδίκηση, τόν ναρκισσισμό,  τό ψέμμα κι αὐτές οἱ ἀλλεπάλληλες πτώσεις ἀπό τὸν παράδεισο στόν ὁποῖον βρίσκονται, ἀποδίδονται ἐκ μέρους τοῦ σκηνοθέτη, ὡς ἐφηβικά  τερτίπια πού θά μποροῦσαν νά ὑπάρχουν σέ ὁποιαδήποτε συμβατική ταινία  μέ θέμα τίς ἀνθρώπινες σχέσεις.  
Γι ατό πιστεύω πώς   στόχος το "Μέσα στο Δάσος" ταν ξαρχς θολός, δέν κατορθώθηκε ν' ποδοθε ατό πού σκηνοθέτης εχε στό μυαλό του.
Ρήσεις καί Ἀντιρρήσεις: Θαύμασα τήν κριτική σκέψη τοῦ Ἀντώνη Τολάκη στὸ κείμενό του «Η κινηματογραφική εμπειρία της selva oscura » ὅπως καί μέ βρῆκε ἀπόλυτα σύμφωνη ἡ ἄποψη πού ἐκφράζεται γιά τήν ταινία στό ἱστολόγιο "movies for the masses".