Φίλες καί φίλοι, συγγραφεῖς/συνομιλητές στο διαδίκτυο, ἄς μήν χρησιμοποιοῦμε τὰ ἀπωθητικά greeklish, για νά ἐκφράζουμε τίς ἀπόψεις μας. Ὅπως ὅλοι γνωρίζουμε πατώντας τόν συνδυασμό πλήκτρων "alt-shift" ἐναλλασσόμαστε ὡραιότατα ἀνάμεσα στό λατινικό καί τό ἑλληνικό ἀλφάβητο. Τό νά γράφει κάποιος χρησιμοποιώντας τήν ἑλληνική ἀλφάβητο δέν εἶναι θέμα παραξενιᾶς ἤ ἐλιτισμοῦ. Ἀντίθετα,θά ἔλεγα ὅτι εἶναι ζήτημα χαλαρωμένων ἀντανακλαστικῶν,τό νά μήν τόν ἐνοχλεῖ ἡ κακοποίηση πού ὑφίσταται ἡ γλῶσσα μας, ἀφοῦ μέσα ἀπό τά greeklish χάνει κάποιος ἐντελῶς τήν ἐπαφή μέ τις ρίζες, ἄρα καί τήν οὐσία τῶν λέξεων τῆς ἑλληνικῆς. Τώρα πού ἡ κυβέρνηση ξεπουλάει κάθε τί ἐθνικό, ἄς μήν τήν βοηθᾶμε ἀπό ἐπιπολαιότητα καί κακῶς ἐννοούμενη εὐκολία στό ἔργο της.
Υ.Γ: Ἡ βίαιη καί χωρίς καμμία ἐπιστημονική τεκμηρίωση κατάργηση τοῦ πολυτονικοῦ τρόπου γραφῆς τῆς ἑλληνικῆς ἀποτελεῖ μιάν ἀκόμα σκοτεινή καί πονεμένη ἱστορία...

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011

ΤΡΕΙΣ ΤΑΙΝΙΕΣ, ΜΙΑ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ καί λίγος ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

Ἔτυχε γιά τρεῖς ταινίες πού εἶδα σχετικά πρόσφατα, κοντά τήν μιά στήν ἄλλη καί γιά τίς ὁποῖες ἔχω ἤδη γράψει τήν ἄποψή μου στό CINEMARIAN, νά διαπιστώσω ὅτι «ἔπασχαν» σέ τελική ἐκτίμηση ἀπό τό ἴδιο πρόβλημα, τήν ἔλλειψη σαφήνειας τοῦ στόχου, γεγονός πού γινόταν ἀντιληπτό κυριότατα λόγῳ τοῦ σεναρίου τῆς ταινίας.
Ἀναφέρομαι στίς: «ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ» τοῦ Ἂγγελου Φραντζῆ, «BLUE VALENTINE» τοῦ Ντέρεκ Σιανφράνκε καί «ΕΙΜΑΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ» τοῦ Λούκα Γκουαντανίνο.
Παράλληλα, διαβάζοντας συνεντεύξεις τῶν δημιουργῶν ή συνδημιουργῶν τῶν ταινιῶν αὐτῶν, μ’ ἐνδιαφέρον παρατήρησα πώς κανείς ἀπό τούς σκηνοθέτες αὐτούς δέν γνώριζε ἐξ’ ἀρχῆς τήν πορεία τῆς ταινίας του. Ὁ καθένας τους εἶχε ξεκινήσει ἀπό μιά γενική ἰδέα τήν ὁποία παράλλαζε ἤ μεταμόρφωνε ἤ ἐμπλούτιζε καί κατά τήν διάρκεια τῶν ἑτῶν πού παρῆλθαν ἀπό τή στιγμή πού πρωτοσυνέλαβε τήν ὶδέα τῆς ταινίας του, ἀλλά καί κατά τήν διάρκεια τῶν γυρισμάτων μέ τήν συνδρομή τῶν συνεργατῶν του ἠθοποιῶν, πού πρωταγωνιστοῦσαν στίς ταινίες αὐτές. 
Συγκεκριμένα:
1. Διαβάζουμε σέ συνέντευξη τοῦ Ἄγγελου Φραντζῆ στήν Κατερίνα Οἰκονομάκου:
«...Μιλάμε για μια πολύ ιδιαίτερη διαδικασία κινηματογράφησης και δουλειάς που είχε ξεκινήσει πολύ πριν αρχίσουμε τα γυρίσματα. Τι σημαίνει αυτό; Ότι η ταινία όλη ξεκίνησε από ένα αρχικό σενάριο το οποίο στην πορεία εγκαταλείφθηκε λίγο, ξαναδουλεύτηκε μαζί με τους τρεις ηθοποιούς – οι οποίοι είναι και συνσεναριογράφοι του όλου εγχειρήματος–, ξαναφτιάξαμε τους ήρωες και διαμορφώναμε το σενάριο κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων με βάση και τα ημερολόγια που κρατούσαμε...
... Μοιάζει σαν να περιγράφεις ένα πείραμα. Ποιο είναι αυτό;
Προσπαθώ να αποσπάσω τα πρόσωπα από τα πολιτισμικά τους συμφραζόμενα, από τον χώρο τους και να δω την ανθρώπινη φύση και τον ανθρώπινο ερωτισμό πιο ακατέργαστο. Και ναι, έχει τον χαρακτήρα πειράματος. Για να φτάσουμε στο σημείο να μπορούμε να πάμε στο «εργαστήριο» προηγήθηκαν πολλοί μήνες πρόβες. Έπρεπε να φτάσουμε στο σημείο να είναι θωρακισμένοι οι χαρακτήρες, γιατί μιλάμε για μια διαδικασία πολύ επικίνδυνη συναισθηματικά, ήταν στην κόψη του ξυραφιού. Τώρα, από εκεί και πέρα, εγώ όντας και σκηνοθέτης και φωτογράφος και καμεραμάν, ήμουν πραγματικά το τέταρτο πρόσωπο. Ήμουν το βλέμμα που ήταν συνέχεια πάνω τους. Αισθανόμουν ότι κάπως έτσι θα είναι να κάνεις ένα ντοκιμαντέρ για άγρια θηρία, όπου κι εσύ δεν ξέρεις πώς θα αντιδράσεις.
Από αυτό το πείραμα εσύ τι έμαθες για την επιθυμία;
Απλά άλλαξε η ζωή μου. Καταρχήν ξεκίνησα με ένα σχήμα, μάλλον με πολλά σχήματα θεωρητικά, με ένα υπόβαθρο από πολλαπλά διαβάσματα γύρω από την επιθυμία – Προυστ, Ρενέ Ζιράρ, Λακάν… Εννοείται ότι ο στόχος ήταν όλα αυτά να τα ξεχάσουμε. Και αυτό που ανακάλυψα είναι ότι η ζωή υπερβαίνει τα πάντα, ότι κανένα θεωρητικό σχήμα δεν μπορεί να την ορίσει. Οποιοδήποτε σχήμα είναι ελλιπές. Η ζωή είναι πάντα τόσο πιο σύνθετη. Μετά το τέλος της ταινίας η ζωή μου άλλαξε πολύ ουσιαστικά. Μέσω αυτής διαδικασίας θεωρώ ότι ενηλικιώθηκα – και νωρίς ενηλικιώθηκα, είμαι 38 ετών...»
«...Για την αρχική του ιδέα:
Derek Cianfrance: Όταν μεγάλωνα, ζούσα μ' έναν φόβο, με τον εφιάλτη των συνεχών τσακωμών των γονιών μου. Όταν έγινα 20, χώρισαν. Γι' αυτό ήθελα να κάνω μια ταινία που να κοιτάζει κατάματα αυτούς τους φόβους. Θεωρώ ότι αυτή είναι η ευθύνη του καλλιτέχνη, να αντιμετωπίζει αυτά που τον τρομάζουν.
Για τα δώδεκα χρόνια που του πήρε να γυρίσει το φιλμ:
Derek Cianfrance: Στη διάρκεια αυτών των 12 χρόνων νόμιζα ότι ήμουν καταραμένος, ότι αυτό το φιλμ δεν θα γυριστεί ποτέ. Ένα σωρό αναποδιές και απίστευτες ατυχίες συνεχώς ανέβαλλαν τα σχέδιά μας. Ήταν σαν οι δυνάμεις του σύμπαντος να μου λένε πως δεν είμαι έτοιμος. Πριν 12 χρόνια δεν είχα παιδιά, δεν ήμουν παντρεμένος, ήμουν ένας άλλος άνθρωπος. Αυτή η εμπειρία, όλες οι εμπειρίες της ζωής μου, μου έμαθαν πολλά. Καθώς το δούλευα και το ξαναδούλευα, ξεδίπλωνα τις πτυχές που έκρυβε το έργο. Είναι ένα έργο χαρακτήρων, και μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια προσπάθησα να το κάνω πιο ειλικρινές, πιο προσωπικό. Είμαι ευγνώμων. Όλα αυτά τα χρόνια θεωρούσα ότι είμαι καταραμένος, αλλά τελικά συνειδητοποιώ ότι ήμουν τυχερός...
... Για τους πρωταγωνιστές του, Ryan Gosling και Michelle Williams:
Derek Cianfrance: Η Michelle πήρε το σενάριο το 2003 και ο Ryan το 2005. Μπορεί να μην αναφέρονται ως συν-σεναριογράφοι, αλλά οι δυο τους συνέβαλαν πάρα πολύ στη δημιουργία του έργου. Βγαίναμε για φαγητό με τον Ryan και συζητούσαμε για εννιά ώρες, και μετά γύριζα στο σπίτι και ξαναέγραφα όλο το σενάριο από την αρχή, με βάση τα όσα είχαμε πει. Και το ίδιο με τη Michelle. Έγραψαν μεγάλα κομμάτια των διαλόγων, προφανώς σε σημεία αυτοσχεδίασαν, πολλά κομμάτια της ταινίας προέρχονται από αυτούς. Αυτοί έκαναν το έργο αυτό που είναι...»
3. Διαβάζουμε σέ συνέντευξη τῆς  Τίλντα Σουίντον, πρωταγωνίστριας της ταινίας "ΕΙΜΑΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ":
«...Ανέκαθεν υπήρξες περιπετειώδης στις συνεργασίες σου στο σινεμά. Πώς προέκυψε το «Είμαι ο Έρωτας» και η φιλία με τον Λούκα Γκουαντανίνο;
Τ.Σ.: Στην πραγματικότητα, η ιστορία μας πηγαίνει πίσω σχεδόν είκοσι χρόνια. Ο Λούκα μου είχε γράψει ένα γράμμα ζητώντας να παίξω σε μια ταινία του, δυστυχώς και πολύ αγενώς, δεν του απάντησα ποτέ. Όταν λίγα χρόνια αργότερα βρέθηκα στη Ρώμη με συνάντησε και αντί να μου ζητήσει τον λόγο, μιλήσαμε πολύ και μια φιλία ξεκίνησε. Από τότε μιλάγαμε για το σινεμά που μας αρέσει, τις ταινίες που θέλουμε να κάνουμε μαζί και παρ’ ότι μας πήρε αρκετό καιρό για να το καταφέρουμε, είναι σχεδόν 11 χρόνια που ετοιμάζουμε το «Είμαι ο Έρωτας», νομίζω ότι το αποτέλεσμα δικαιώνει τη φιλία και το διάστημα που περάσαμε μαζί....»
ἀλλά καί ἐδῶ
«...Ο σκηνοθέτης φτιάχνει μια ταινία «κομμένη στα μέτρα» κυριολεκτικά της Tilda Swinton η οποία εκτός από το ρόλο της ερμηνεύτριας συνέβαλε αποφασιστικά στη διαμόρφωση αυτής της ιστορίας και στην παραγωγή της. Στο παρελθόν, πριν από εφτά χρόνια είχε συνεργαστεί με τον ίδιο σκηνοθέτη για την ταινία The love factory, μια ταινία-δοκίμιο πάνω στον έρωτα και τη μοναξιά, όπου η ηθοποιός ξετυλίγει τις σκέψεις της απαντώντας στις ερωτήσεις που της θέτει ο Luca Guadagnino. Κάτι σαν το ντοκιμαντέρ του 1960 Le chronique d’ un été (το οποίο προβλήθηκε στις Νύχτες Πρεμιέρας) όπου ο ανθρωπολόγος Edgar Morin παίρνει συνεντεύξεις από τον κόσμο, ρωτώντας τον αν είναι ευτυχισμένος… Έπειτα από το The love factory οι δύο συνεργάτες συνέλαβαν την ιδέα να φτιάξουν μια ταινία μυθοπλασίας, μια φανταστική ιστορία με κεντρικό θέμα τον έρωτα και το ξύπνημα των αισθήσεων. Αυτό το σχέδιο το προετοίμαζαν και το δούλευαν επί επτά χρόνια ώσπου τελικά δημιουργήθηκε το Io sono l’amore, όπου η Swinton βάζει όλη την πεμπτουσία των εμπειριών της από προηγούμενες ταινίες...»
Τὸ γεγονός ὅτι τό ἀποτέλεσμα τῆς δημιουργίας τους (βλ. καί ἀντίστοιχες κριτικές) τελικά ἤ ἀφήνει κενά ἤ δημιουργεῖ ἔκθετες καί ἀστήρικτες καταστάσεις, κατά τήν γνώμη μου, δικαιώνει πλήρως τήν ἄποψη τοῦ Διονυσίου Σολωμοῦ περί καλλιτεχνικῆς δημιουργίας: "Πρέπει πρώτα μέ δύναμη νά συλλάβει ὁ νοῦς κι ἔπειτα θερμά νά αἰσθανθεῖ ἡ καρδιά ὅ,τι ὁ  νοῦς συνέλαβε".

Τρίτη, 5 Απριλίου 2011

"ΠΩΣ ΤΕΛΕΙΩΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ" - σκην. ΑΛΕΞΕΪ ΠΟΠΟΓΚΡΕΜΠΣΚΙ (2010) ("KAK YA PROVYOL ETIM LETOM" / "HOW I ENDED THIS SUMMER" - dir. ALEKSEI POPOGREBSKY)

Ἐκεῖ πού ὁ Ἰντιάνα Τζόουνς θά ἔβρισκε τόν δάσκαλό του...
Ἡ ταινία «Πῶς τελείωσε αὐτὸ τό καλοκαίρι» εἶναι μιά πολύ ἐλκυστική περιπέτεια ψυχολογικῶν ἀποχρώσεων, ὡστόσο τό νά τῆς δώσεις ἕναν σαφῆ προσδιορισμό δέν εἶναι εὔκολο πράγμα, ἀφοῦ, μέχρι νά τελειώσει, ἔχεις προλάβει τουλάχιστον δύο φορές ν’ ἀλλάξεις γνώμη για τό εἶδος στό ὁποῖο ἀνήκει.
Ἡ στιβαρή σκηνοθεσία καί οἱ  ἀργοί τελετουργικοί ρυθμοί της ἀρχικά σέ προϊδεάζουν γιά κάτι πιό βαθύ, τελικά ὅμως τά ἀκραῖα ὅρια τῆς συμπεριφορᾶς τῶν δύο ἀντρῶν κατορθώνουν ν’ ἀγγίξουν ὁλοκληρωμένα μόνο τό ἐπίπεδο τῆς καθαρῆς περιπέτειας, ἀφήνοντας μετέωρη καί ἀνολοκλήρωτη τήν ὑπαρξιακή διάσταση τῆς διαφορετικότητας τῶν δύο χαρακτήρων, πού βρέθηκαν νά συνεργάζονται ἀπομονωμένοι σ’ ἕνα νησί τῆς ἀφιλόξενης φύσης τῆς Ἀρκτικῆς.  
Τό τραγικό συμβάν τῆς ξαφνικῆς ἀπώλειας τῆς οἰκογένειας του Σεργκέϊ, κατά τήν ἐξέλιξη της ἱστορίας, δέν ἐσωτερικεύεται ἀπό τούς ἥρωες -γεγονός πού συνιστᾶ καί  ἀδυναμία τῆς ταινίας καθώς ὁ θεατής νιώθει πώς  ὁ σκηνοθέτης ἐγκαταλείπει τό βαρυσήμαντο καί πολυσήμαντο αὐτό περιστατικό- ἁπλῶς χρησιμεύει ὡς ἡ ἀφορμή πού ὑποδαυλίζει τήν ἰσορροπία τῆς μεταξύ τους σχέσης καί ἀποτελεῖ τήν κινητήριο δύναμη τῶν ψυχολογικῶν ἀντιδράσεων, οἱ ὁποῖες θά πυροδοτήσουν τήν ἔναρξη τῆς περιπέτειας πού μέ τή σειρά της θ’ ἀναδείξει τόν πραγματικό πρωταγωνιστή τῆς ἱστορίας καί εὐνοούμενο τοῦ σκηνοθέτη, πού δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τήν ἴδια τήν φύση τῆς Ἀρκτικῆς. 
Οἱ ιδιομορφίες τῆς φύσης τοῦ νησιοῦ τῆς Ἀρκτικῆς, μέ τήν συναίνεση τοῦ σκηνοθέτη, πρωταγωνιστοῦν σιωπηλά στήν ταινία καί ἐνορχηστρώνουν, μέ σιγουριά γιά τό τελικό σκόρ ὑπέρ τους,  τήν ψυχολογική σύγκρουση τῶν δύο ἀντρῶν στήν ὁποία τελικός νικητής θά στεφθεῖ ἐκεῖνος πού ἔχει ἐνσωματωθεῖ στούς ρυθμούς τους, ἐνῶ ὁ ἀνεπιθύμητος ἀντίπαλος/ἀντίζηλος θά ἐκδιωχθεῖ μέ αὐτογκόλ (ἐπιλέγοντας ἀπό ἐκδικητική ὅσο καί αὐτοκαταστροφική διάθεση νά μολυνθεῖ ἀπό ραδιενέργεια).
Τόν Σεργκέϊ, πού ἡ ἐμπειρία τόν ἔχει διδάξει τήν ἀνάγκη τῆς συμφιλίωσης μέ τούς ρυθμούς τῆς ζωῆς καί τῆς φύσης καί πού ὁ χαρακτήρας του ἔχει ἀφομοιώσει τά στοιχεῖα τῆς συμπεριφορᾶς τῆς φύσης, ὅπου διαβιώνει (ἀπρόσιτος, αὐστηρός, δυναμικός, ἀλλά την ἴδια στιγμή προστατευτικός καί γενναιόδωρος), ἡ ἴδια ἡ φύση μέσα στήν αὐτάρκεια καί τήν αὐταρέσκειά της θά τόν κρατήσει δίπλα της, ἐνῶ τόν ἐξυπνάκια καί θρασύδειλο ἀπέναντι στή ζωή καί τή φύση Πάβελ, θά τόν ἀχρηστεύσει καί μαζί μ’ αὐτόν κάθε νοοτροπία ἀμερικανόφερτου πολιτισμοῦ (βλ. τήν συνήθειά του νά περνάει τόν ἐλεύθερο χρόνο του με βιντεοπαιχνίδια).
Ρήσεις καί Ἀντιρρήσεις: Θεωρῶ πολύ ἐνδιαφέρουσα τήν κριτική τοῦ Δημήτρη Μπούρα στό φύλλο τῆς "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ" καθώς καί τήν συνέντευξη τοῦ ἴδιου τοῦ σκηνοθέτη στό culturenow.gr