Φίλες καί φίλοι, συγγραφεῖς/συνομιλητές στο διαδίκτυο, ἄς μήν χρησιμοποιοῦμε τὰ ἀπωθητικά greeklish, για νά ἐκφράζουμε τίς ἀπόψεις μας. Ὅπως ὅλοι γνωρίζουμε πατώντας τόν συνδυασμό πλήκτρων "alt-shift" ἐναλλασσόμαστε ὡραιότατα ἀνάμεσα στό λατινικό καί τό ἑλληνικό ἀλφάβητο. Τό νά γράφει κάποιος χρησιμοποιώντας τήν ἑλληνική ἀλφάβητο δέν εἶναι θέμα παραξενιᾶς ἤ ἐλιτισμοῦ. Ἀντίθετα,θά ἔλεγα ὅτι εἶναι ζήτημα χαλαρωμένων ἀντανακλαστικῶν,τό νά μήν τόν ἐνοχλεῖ ἡ κακοποίηση πού ὑφίσταται ἡ γλῶσσα μας, ἀφοῦ μέσα ἀπό τά greeklish χάνει κάποιος ἐντελῶς τήν ἐπαφή μέ τις ρίζες, ἄρα καί τήν οὐσία τῶν λέξεων τῆς ἑλληνικῆς. Τώρα πού ἡ κυβέρνηση ξεπουλάει κάθε τί ἐθνικό, ἄς μήν τήν βοηθᾶμε ἀπό ἐπιπολαιότητα καί κακῶς ἐννοούμενη εὐκολία στό ἔργο της.
Υ.Γ: Ἡ βίαιη καί χωρίς καμμία ἐπιστημονική τεκμηρίωση κατάργηση τοῦ πολυτονικοῦ τρόπου γραφῆς τῆς ἑλληνικῆς ἀποτελεῖ μιάν ἀκόμα σκοτεινή καί πονεμένη ἱστορία...

Σάββατο, 2 Νοεμβρίου 2013

"ΦΡΑΝΣΙΣ ΧΑ" - σκην. ΝΟΑ ΜΠΑΟΥΜΠΑΧ (2012) ("FRANCES HA" – dir. NOAH BAUMBACH)

Φράνσις Χα-λαρή
Παρακολουθώντας τήν ταινία «Φράνσις Χά» μπαίνεις στὸν πειρασμό νά κάνεις ἓναν παράλογο συνειρμό: αὐτόν ἀνάμεσα στὸ μικρό ὄνομα τοῦ σκηνοθέτη Φράνσις Φόρντ Κόππολα καί τήν «ἀταίριαστη» ἡρωίδα τοῦ Νόα Μπάουμπαχ (καὶ λέω «παράλογο» δεδομένου ὅτι Μπάουμπαχ εἶναι σχεδόν ἀδύνατον νά γνωρίζει την ἑλληνική μεταφορά τῆς ταινίας «Rumble fish» τοῦ  Κόππολα ὡς « Ἀταίριαστος»). Πολύ εὐκολότερα συναρτᾶς τήν ταινία μὲ εἰκόνες ἀπό τήν ἀσπρόμαυρη Νέα Ὑόρκη τοῦ Γούντυ ῎Αλλεν, μέ νεολαιίστικες σκηνές ποὺ θυμίζουν «νουβέλ βὰγκ» ἀμήχανα κωμικά περιστατικά πού φέρνουν στό μυαλό τόν Ζάκ Τατί
Αὐτό τό γεμᾶτο χάρη καί χαλαρότητα, «ρετρό» κινηματογραφικό σκηνικό μέσα στό ὁποῖο κινοῦνται καὶ ζοῦν  οἱ ἥρωες τῆς ταινίας, μοιάζει νά εἶναι ἐσκεμμένο, καθώς ἀφήνει τὸ περιθώριο στόν σκηνοθέτη γιά μιά ἀνάλαφρη σύλληψη τοῦ ἀληθινοῦ, ἀστείου, εὐαίσθητου καί μοναχικοῦ προσώπου τῆς Φράνσις ἀπέναντι στά προσωπεῖα τῶν γνωστῶν, φίλων καὶ συγγενῶν πού τήν περιβάλλουν· ἀποκορύφωμα ἐκεῖνο τῆς καρδιακῆς της φίλης Σόφι τοῦ μοναδικοῦ ἀνθρώπου μέ τόν ὁποῖον Φράνσις θεωρεῖ ὅτι μπορεῖ να ἐπικοινωνεῖ μόνο μέ τά μάτια μέσα στό ἀδιάφορο πλῆθος-   σχέση μὲ τήν ὁποία ἀποτελεῖ καὶ τόν ἄξονα ὅλης τῆς ταινίας. Ἡ Σόφι ἐγκαταλείπει μέ χαρακτηριστική εὐκολία καὶ χωρίς δεύτερη σκέψη τήν σχέση τους καί τό παρελθόν πού τίς συνδέει, γιὰ «ἀξίες» ὅπως ἡ ζωή σέ μιά καλύτερη συνοικία καί  ἡ συμβίωσή της  μέ τό ὑψηλόβαθμο στέλεχος τῆς -γνωστῆς μας- Γκόλντμαν Σαξ πού θά τῆς ἑδραιώσει τό κοινωνικό status
Ὁ Ἑβραῖος σκηνοθέτης τῆς ταινίας ἐπιλέγει νὰ γίνει ἀναφορά στήν ἑβραϊκή καταγωγή τῆς Σόφι καί -ἀπ’ ὅ,τι φαίνεται-  ὄχι τυχαῖα, ἀφοῦ στο τέλος τῆς ἱστορίας του ἀναδεικνύει «νικήτρια»  την  Φράνσις, ἡ ὁποία, ὄχι μόνο δέν ἀπελπίζεται, ἀλλά βρίσκει τόν τρόπο νά ξεπερνάει τά ἐμπόδια (χορογραφεῖ μ’ ἐπιτυχία τούς μικρούς μαθητές, συναντᾶ ἐπιτέλους τό βλέμμα της αὐτό τῆς Σόφι μέσα στήν ἀδιάφορη ὁμήγυρη τοῦ πάρτυ), καθώς, μέ το  νά ξέρει νά συγχωρεῖ, ἔχει  κατακτήσει τήν τέχνη τοῦ νά παραμένει ἀνέμελη σέ πεῖσμα κάθε ἀντιξοότητας. 
Ρήσεις καί ντιρρήσεις: Ἡ κριτική τοῦ Θοδωρῆ Τσομίδη με βρίσκει ἀπόλυτα σύμφωνη και τήν θεωρῶ πολύ ἀξιόλογη, ἀντιθέτως διαφωνῶ ἀπολύτως μέ τήν ὁπτική τοῦ Νίκου Κουλαυτάκη στόν ἱστότοπο CINEMAD.