Φίλες καί φίλοι, συγγραφεῖς/συνομιλητές στο διαδίκτυο, ἄς μήν χρησιμοποιοῦμε τὰ ἀπωθητικά greeklish, για νά ἐκφράζουμε τίς ἀπόψεις μας. Ὅπως ὅλοι γνωρίζουμε πατώντας τόν συνδυασμό πλήκτρων "alt-shift" ἐναλλασσόμαστε ὡραιότατα ἀνάμεσα στό λατινικό καί τό ἑλληνικό ἀλφάβητο. Τό νά γράφει κάποιος χρησιμοποιώντας τήν ἑλληνική ἀλφάβητο δέν εἶναι θέμα παραξενιᾶς ἤ ἐλιτισμοῦ. Ἀντίθετα,θά ἔλεγα ὅτι εἶναι ζήτημα χαλαρωμένων ἀντανακλαστικῶν,τό νά μήν τόν ἐνοχλεῖ ἡ κακοποίηση πού ὑφίσταται ἡ γλῶσσα μας, ἀφοῦ μέσα ἀπό τά greeklish χάνει κάποιος ἐντελῶς τήν ἐπαφή μέ τις ρίζες, ἄρα καί τήν οὐσία τῶν λέξεων τῆς ἑλληνικῆς. Τώρα πού ἡ κυβέρνηση ξεπουλάει κάθε τί ἐθνικό, ἄς μήν τήν βοηθᾶμε ἀπό ἐπιπολαιότητα καί κακῶς ἐννοούμενη εὐκολία στό ἔργο της.
Υ.Γ: Ἡ βίαιη καί χωρίς καμμία ἐπιστημονική τεκμηρίωση κατάργηση τοῦ πολυτονικοῦ τρόπου γραφῆς τῆς ἑλληνικῆς ἀποτελεῖ μιάν ἀκόμα σκοτεινή καί πονεμένη ἱστορία...

Σάββατο 2 Απριλίου 2016

"ΜΙΑ ΥΠΕΡΟΧΗ ΜΕΡΑ" - σκην. ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΛΕΟΝ ΝΤΕ ΑΡΑΝΟΑ (2015) ("A PERFECT DAY" - dir. FERNANDO LEON DE ARANOA)

Χορός τῆς βροχῆς...
Τό συγκεκριμένο κριτικό σχόλιο χει δημοσιευθε καί στό 2ο φῦλλο τς φημερίδας Έξοδος 133  (01/04/2016)
 
Τό πανάξια βραβευμένο σενάριο (βραβεο GOYA διασκευασμένου σεναρίου) τῆς ἱσπανικῆς αὐτῆς ταινίας βασίστηκε στή νουβέλλα «Dejarse llover» («῎Ας βρέξει») τῆς ἐπί πέντε χρόνια προέδρου τῶν «Γιατρῶν Χωρίς Σύνορα» τῆς Ἱσπανίας, Paula Farias. Αὐτή ἀκριβῶς ἡ καταγωγή τοῦ σεναρίου, ἡ βασισμένη σέ προσωπικά βιώματα καὶ ἐμπειρία τῆς πραγματικότητας (ὄχι μόνο σκληρῆς, τραυματικῆς ἤ μικρόψυχης, ἀλλά τὸ διο συχνά ἀστείας ἤ γενναιόδωρης) ἀπό ἐμπόλεμες περιοχές, ὅπου ἀναλαμβάνουν ἀνθρωπιστική δράση ἐκτός ἀπό ἐπίσημα θεσμικά ὄργανα, ὅπως ὁ  Ο.Η.Ε. καί τυχοδιωκτικές (μὲ τήν καλή ἔννοια) προσωπικότητες πού συμμετέχουν στὶς διάφορες πολυεθνικοῦ χαρακτῆρα Μ.Κ.Ο., κάνει τή διαφορά  ἀπό κάθε ἄλλη παρόμοιου προβληματισμοῦ - ὅσο καλοπροαίρετου κι ἄν εἶναι- ἀλλά «ἀμερικάνικου τύπου» ταινία,  τῆς ὁποίας ἡ ματιά εἶναι πάντα ἐξωτερική ·  αὐτή τοῦ «τρίτου» παρατηρητῆ πού  ζεῖ πέρα μακριά ἀπό τούς ἀνθρώπους καί τὰ γεγονότα καὶ οἱ ἀντιλήψεις του γιὰ τὴν πραγματικότητα καθορίζονται καί μεταφέρουν διάφορα ἰδεολογήματα.  
Γι΄ αὐτό καὶ στὴν ταινία τοῦ Ἀρανόα, ἐνῶ οἱ  πρωταγωνιστές καὶ ἐμπλεκόμενοι στὴν ὁμάδα ἀνθρωπιστικῆς βοήθειας κάπου στὴν περιοχή τῆς Βοσνίας κατά τὸν πρόσφατο διαμελισμό τῆς Γιουγκοσλαβίας θυμίζουν ἔντονα, ἐκ πρώτης ὄψεως,  οἱ μέν ἄντρες ἐξυπνάκηδες, ἀλαζόνες δυτικούς Σούπερμαν ἤ Μαγκάϊβερ ἕτοιμους πανεύκολα νά προσφέρουν τή λύση σὲ πρακτικά προβλήματα, οἱ δέ γυναῖκες ἀνεξάρτητες, μορφωμένες καί μέ ἄποψη δυτικές θηλυκές ὑπάρξεις εὐαίσθητες ἤ ἀρριβίστριες κατά περίσταση, πολύ γρήγορα,  κατά τήν ἐξέλιξη τῆς ταινίας,  ἡ ἐξουσία, ἡ σημασία καὶ ἡ ἀποτελεσματικότητα αὐτοῦ τοῦ ἀμερικανοποιημένου μοντέλου ἀνθρώπου καταρρέει  ἀπό τὴν γεμάτη εἰρωνεία ματιά τοῦ σκηνοθέτη προκειμένου ν’ ἀναδυθεί πίσω ἀπ’ αὐτό ὁ ἄνθρωπος καί ἡ ὅποια ποιότητά του. 
Ἡ ἔλλειψη καί ἡ ἀναζήτηση ἑνός χρηστικοῦ ἀντικειμένου τόσο ἁπλοῦ καί καθημερινοῦ, ὅσο ἕνα κομμάτι σκοινί πού τό χρειάζεται, ὅμως, ὁπωσδήποτε ἡ ὁμάδα τῆς ἀνθρωπιστικῆς βοήθειας  γιά νά καταφέρει ν’ ἀνασύρει ἕνα -πεταμένο ἐπίτηδες- πτῶμα  ἀπό ἕνα πηγάδι νερό, ὣστε οἱ χωριᾶτες τῆς ἐμπόλεμης περιοχῆς νὰ μὴν πιοῦν καὶ νοσήσουν, τά κουφάρια τῶν ἀγελάδων πού ἀνατιναγμένες ἀπό νάρκες κλείνουν τό ὁδικό δίκτυο, τό γεγονός τῆς κλοπῆς τῆς μπάλας τοῦ μικροῦ ἀγοριοῦ πού ὁδηγεῖ τήν πορεία τῆς ἀναζήτησης γιά τὸ πολυπόθητο κομμάτι σκοινί σὲ σκηνικά σκληρῶν εικόνων της καθημερινότητας του πολέμου, τὸ κόλπο τῆς χωριάτισσας μέ τίς ἀγελάδες πού προπορεύονται ὥστε νά τὴν «προειδοποιοῦν» γιά νάρκες, ὅλα αὐτά γίνονται ἀργά καὶ σταθερά ὁ βασικός πρωταγωνιστής τῆς ταινίας πού ξετυλίγει τὸ κουβάρι ὅλων τῶν ἀνθρώπινων σχέσεων καί προτεραιότητων, οἱ ὁποῖες δημιουργοῦνται ἁλυσιδωτά καὶ ἀφαιροῦν διαδοχικά καὶ ἐναλλάξ τὸ κῦρος καὶ τὴν σπουδαιότητα ἀπό ὁποιoδήποτε ἀνθρώπινο κατασκεύασμα ἐξουσίας: τόν Ο.Η.Ε, τὶς Μ.Κ.Ο, τούς ἀντιμαχόμενους στρατούς.  
Τέλος, τήν λύση στό βασικό πρόβλημα τοῦ μολυσμένου πηγαδιοῦ θά τήν δώσει ἐρήμην τῶν φιλόδοξων ἀνθρώπινων προσπαθειῶν, ἀλλά καὶ σὲ πεῖσμα ὅλων ἐκείνων πού ἐμπόδισαν τὴν ἀνάσυρση τοῦ πτώματος ἀπό τὸ πηγάδι,  ὡς «ἀπό μηχανῆς θεός»,  ἡ ξαφνική καὶ δυνατή βροχή ὑπενθυμίζοντας, ἔτσι, τὴν ρήση τοῦ Ἁγίου Λουκᾶ τῆς Κριμαίας: «Κάποιος Ἄλλος ἀδερφέ, κυβερνάει τό σύμπαν καί ὄχι οἱ μεγάλοι τοῦ κόσμου τούτου…»
Ρήσεις καί ντιρρήσεις:Δυσκολεύτηκα νά βρῶ κριτική πού νά συμφωνήσω μαζί της. ῾Ως ἐπί τό πλεῖστον ἡ ταινία κατηγορεῖται γιά τήν χαλαρή δομή της [«χαλαρή σύνθεση συμπαθητικών σεκάνς» στὸ ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ, ἀπουσία ἱκανότητας «να δώσει στα πράγματα το βάρος που τους αναλογεί» στό ΣΙΝΕΜΑ, «μοιάζει σαν κύριο μέλημα της σκηνοθεσίας να ήταν να χρησιμοποιήσει ό,τι ανεκδοτολογικό υλικό υπήρχε σε αυτό, αδιαφορώντας για το αν αυτό βοηθάει στην εξέλιξη του όποιου σεναρίου» στό Filmboy].
Τό  στοιχεῖο τῆς χαλαρῆς δομῆς προσωπικά τό θεωρῶ ἐπίτευγμα τοῦ σκηνοθέτη, καθώς, ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ στά διηγήματα τοῦ Παπαδιαμάντη, στό τελικό δραματικό γεγονός πού κορυφώνεται ἡ πλοκή (ἐδῶ, αὐτό εἶναι ἡ βροχή) συνειδητοποιοῦμε πῶς καμμία τυχαιότητα δέν χαρακτηρίζει τά φαινομενικά ἀσύνδετα ἐπιμέρους περιστατικά.

Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013

"ΦΡΑΝΣΙΣ ΧΑ" - σκην. ΝΟΑ ΜΠΑΟΥΜΠΑΧ (2012) ("FRANCES HA" – dir. NOAH BAUMBACH)

Φράνσις Χα-λαρή
Παρακολουθώντας τήν ταινία «Φράνσις Χά» μπαίνεις στὸν πειρασμό νά κάνεις ἓναν παράλογο συνειρμό: αὐτόν ἀνάμεσα στὸ μικρό ὄνομα τοῦ σκηνοθέτη Φράνσις Φόρντ Κόππολα καί τήν «ἀταίριαστη» ἡρωίδα τοῦ Νόα Μπάουμπαχ (καὶ λέω «παράλογο» δεδομένου ὅτι Μπάουμπαχ εἶναι σχεδόν ἀδύνατον νά γνωρίζει την ἑλληνική μεταφορά τῆς ταινίας «Rumble fish» τοῦ  Κόππολα ὡς « Ἀταίριαστος»). Πολύ εὐκολότερα συναρτᾶς τήν ταινία μὲ εἰκόνες ἀπό τήν ἀσπρόμαυρη Νέα Ὑόρκη τοῦ Γούντυ ῎Αλλεν, μέ νεολαιίστικες σκηνές ποὺ θυμίζουν «νουβέλ βὰγκ» ἀμήχανα κωμικά περιστατικά πού φέρνουν στό μυαλό τόν Ζάκ Τατί
Αὐτό τό γεμᾶτο χάρη καί χαλαρότητα, «ρετρό» κινηματογραφικό σκηνικό μέσα στό ὁποῖο κινοῦνται καὶ ζοῦν  οἱ ἥρωες τῆς ταινίας, μοιάζει νά εἶναι ἐσκεμμένο, καθώς ἀφήνει τὸ περιθώριο στόν σκηνοθέτη γιά μιά ἀνάλαφρη σύλληψη τοῦ ἀληθινοῦ, ἀστείου, εὐαίσθητου καί μοναχικοῦ προσώπου τῆς Φράνσις ἀπέναντι στά προσωπεῖα τῶν γνωστῶν, φίλων καὶ συγγενῶν πού τήν περιβάλλουν· ἀποκορύφωμα ἐκεῖνο τῆς καρδιακῆς της φίλης Σόφι τοῦ μοναδικοῦ ἀνθρώπου μέ τόν ὁποῖον Φράνσις θεωρεῖ ὅτι μπορεῖ να ἐπικοινωνεῖ μόνο μέ τά μάτια μέσα στό ἀδιάφορο πλῆθος-   σχέση μὲ τήν ὁποία ἀποτελεῖ καὶ τόν ἄξονα ὅλης τῆς ταινίας. Ἡ Σόφι ἐγκαταλείπει μέ χαρακτηριστική εὐκολία καὶ χωρίς δεύτερη σκέψη τήν σχέση τους καί τό παρελθόν πού τίς συνδέει, γιὰ «ἀξίες» ὅπως ἡ ζωή σέ μιά καλύτερη συνοικία καί  ἡ συμβίωσή της  μέ τό ὑψηλόβαθμο στέλεχος τῆς -γνωστῆς μας- Γκόλντμαν Σαξ πού θά τῆς ἑδραιώσει τό κοινωνικό status
Ὁ Ἑβραῖος σκηνοθέτης τῆς ταινίας ἐπιλέγει νὰ γίνει ἀναφορά στήν ἑβραϊκή καταγωγή τῆς Σόφι καί -ἀπ’ ὅ,τι φαίνεται-  ὄχι τυχαῖα, ἀφοῦ στο τέλος τῆς ἱστορίας του ἀναδεικνύει «νικήτρια»  την  Φράνσις, ἡ ὁποία, ὄχι μόνο δέν ἀπελπίζεται, ἀλλά βρίσκει τόν τρόπο νά ξεπερνάει τά ἐμπόδια (χορογραφεῖ μ’ ἐπιτυχία τούς μικρούς μαθητές, συναντᾶ ἐπιτέλους τό βλέμμα της αὐτό τῆς Σόφι μέσα στήν ἀδιάφορη ὁμήγυρη τοῦ πάρτυ), καθώς, μέ το  νά ξέρει νά συγχωρεῖ, ἔχει  κατακτήσει τήν τέχνη τοῦ νά παραμένει ἀνέμελη σέ πεῖσμα κάθε ἀντιξοότητας. 
Ρήσεις καί ντιρρήσεις: Ἡ κριτική τοῦ Θοδωρῆ Τσομίδη με βρίσκει ἀπόλυτα σύμφωνη και τήν θεωρῶ πολύ ἀξιόλογη, ἀντιθέτως διαφωνῶ ἀπολύτως μέ τήν ὁπτική τοῦ Νίκου Κουλαυτάκη στόν ἱστότοπο CINEMAD.

Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2012

"ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΤΗΣ ΧΑΒΡΗΣ" - σκην. ΑΚΙ ΚΑΟΥΡΙΣΜΑΚΙ (2011) ("LE HAVRE" - dir. Aki Kaurismäki)

"Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοί ἐλεηθήσονται..." (Ματθ. 5,7)
Στίς κριτικές πού ἔχουν πέσει μέχρι καί σήμερα στήν ἀντίληψή μου, γίνεται ἐπανειλημμένα ἀναφορά στό αἰσιόδοξο, οὐμανιστικό μήνυμα τῆς ταινίας. 
Ἀκούγεται ἴσως παράδοξο, ἀλλά θά διαφωνήσω μέ τήν παραπάνω ἄποψη, μιά καί θεωρῶ πώς τό μήνυμα αἰσιοδοξίας, πού ἀποδίδεται κατά κόρον στήν ταινία, δέν ἀντανακλᾶ στήν κοινωνία καί στόν κόσμο πού ζοῦμε. Θεωρῶ πώς αἰσιόδοξο καί ἀποκαλυπτικό εἶναι τό χριστιανικῆς σύλληψης περιεχόμενο τῆς ταινίας, τήν στιγμή πού τό μήνυμά της εἶναι ἡ εντελῶς ἀνίκανη καί αδύναμη δομή τῆς κοινωνίας ν' ἀφουγκραστεῖ τόν ἄνθρωπο.
Ἡ ἱστορία τοῦ ἔργου περιορίζεται αὐστηρά σέ μιά μικρή σύγχρονη φτωχογειτονιά μικροαστῶν τοῦ λιμανιοῦ τῆς Χάβρης, πού ἐπιβιώνει παρά τήν ἐξαθλίωση πού "προσφέρει" ἀφειδῶς ἡ καλπάζουσα παγκοσμιοποίηση.Ἡ κάμερα ἐγκλωβίζει τούς ἤρωες καί τίς ζωές τους ἐντός ἑνός σφικτοῦ, ἀπολύτως ἐλεγχόμενου κάδρου. Τά στοιχεῖα αὐτά ἐξ΄ἀρχῆς μᾶς ὑποβάλλουν αὐτό πού ἀποδεικνύεται στήν συνέχεια, πώς ὁ σκηνοθέτης θέλει νά διηγηθεῖ: μιά σύγχρονη παραβολή μέ τόν λιτό καί ἀλληγορικό τρόπο τοῦ Εὐαγγελίου.
Ὁ εὐφυής κι εὐγενής μεσήλικας, λοῦστρος στό ἐπάγγελμα, Μαρσέλ Μάρξ, πού βλέπει τήν ζωή του, τήν δουλειά του και τούς γύρω του ὑπό τό φῶς χωρίων τοῦ Εὐαγγελίου -στά ὁποῖα ἀγαπάει ν΄ ἀναφέρεται- εἶναι αὐτός που θά ἀναλάβει τήν ἠθική εὐθύνη νά σώσει ἀπό τόν κατατρεγμό καί τήν ἀπέλαση ἕναν μικρό Ἀφρικανό λαθρομετανάστη καί μέ τήν βοήθεια τῆς ἀλληλέγγυας γειτονιᾶς του καί τοῦ εὐαισθητοποιημένου στόν ἀνθρώπινο πόνο ἀστυνομικοῦ ἐπιθεωρητή, θά καταφέρει νά τόν στείλει παράνομα στήν Ὰγγλία, γιά να συναντήσει τήν μητέρα του. Γιά τήν πράξη του αὐτή ἀθόρυβα καί ἐρήμην του θά ἐλεηθεῖ ἀπό τόν Θεό μέ τήν ξαφνική, σάν ἀπό θαῦμα, βελτίωση τῆς ὑγείας τῆς καταδικασμένης ἀπό τήν ἀρρώστεια ἀγαπημένης του γυναίκας.
Ὁ τρόπος ζωῆς τῶν ἡρώων, οἱ χῶροι πού κινοῦνται καί δροῦν, αποπνέουν θλίψη, δυστυχία καί σκληρότητα καί μεταφέρουν ὡς μήνυμα σέ μᾶς τούς θεατές, τό τρίτο μάτι πού τούς παρακολουθεῖ, τήν ἀπίστευτα μελαγχολική καί μουντή ἀτμόσφαιρα τοῦ κόσμου στόν ὁποῖον βρίσκονται. Ὡστόσο ἐκεῖνοι δέν ἐπιδεικνύουν κανένα συναίσθημα παραίτησης. Εἶναι οἱ πλέον ταπεινοί, οἱ πλέον ἀσήμαντοι, ἀλλά ἔχοντας ὡς κινητήρια δύναμή τους τήν ἀγάπη πρός τόν πλησίον τους, δέν σταματοῦν νά ἔχουν ψυχή φωτεινή, αἰσιόδοξη, δραστήρια μέσα στόν ζοφερό κόσμο πού τούς περιβάλλει. Ἔτσι γίνονται οἱ ἔσχατοι πού ἔσονται πρῶτοι.
Ρήσεις καί ντιρρήσεις: Θεωρ πολύ ξιόλογη τήν κριτική πού διάβασα στόν στότοπο Movies For The Masses.