Φίλες καί φίλοι, συγγραφεῖς/συνομιλητές στο διαδίκτυο, ἄς μήν χρησιμοποιοῦμε τὰ ἀπωθητικά greeklish, για νά ἐκφράζουμε τίς ἀπόψεις μας. Ὅπως ὅλοι γνωρίζουμε πατώντας τόν συνδυασμό πλήκτρων "alt-shift" ἐναλλασσόμαστε ὡραιότατα ἀνάμεσα στό λατινικό καί τό ἑλληνικό ἀλφάβητο. Τό νά γράφει κάποιος χρησιμοποιώντας τήν ἑλληνική ἀλφάβητο δέν εἶναι θέμα παραξενιᾶς ἤ ἐλιτισμοῦ. Ἀντίθετα,θά ἔλεγα ὅτι εἶναι ζήτημα χαλαρωμένων ἀντανακλαστικῶν,τό νά μήν τόν ἐνοχλεῖ ἡ κακοποίηση πού ὑφίσταται ἡ γλῶσσα μας, ἀφοῦ μέσα ἀπό τά greeklish χάνει κάποιος ἐντελῶς τήν ἐπαφή μέ τις ρίζες, ἄρα καί τήν οὐσία τῶν λέξεων τῆς ἑλληνικῆς. Τώρα πού ἡ κυβέρνηση ξεπουλάει κάθε τί ἐθνικό, ἄς μήν τήν βοηθᾶμε ἀπό ἐπιπολαιότητα καί κακῶς ἐννοούμενη εὐκολία στό ἔργο της.
Υ.Γ: Ἡ βίαιη καί χωρίς καμμία ἐπιστημονική τεκμηρίωση κατάργηση τοῦ πολυτονικοῦ τρόπου γραφῆς τῆς ἑλληνικῆς ἀποτελεῖ μιάν ἀκόμα σκοτεινή καί πονεμένη ἱστορία...

Τρίτη, 16 Αυγούστου 2011

"ΩΡΕΣ ΚΟΙΝΗΣ ΗΣΥΧΙΑΣ" - σκην. ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΕΥΑΓΓΕΛΑΚΟΥ (2006)

"Οἱ  Ἀγανακτισμένοι" τῆς συνοικιακῆς πλατείας...
Εἶδα τήν ταινία τῆς Κατερίνας Εὐαγγελάκου μόλις πρίν δυὸ χρόνια, δηλ. πολύ καιρό μετά τήν πρώτη της προβολή στούς κινηματογράφους καὶ χωρίς νά ἔχω ἀκούσει ἤ διαβάσει τίποτα γι’ αὐτήν. 
Μέ τό νά μήν ἔχω δεῖ μέχρι σήμερα οὔτε τήν προηγούμενη πολυβραβευμένη της ταινία "Θά τό μετανιώσεις", στό 43ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (2002), ἡ θετικότατη αἴσθηση πού ἀποκόμισα ἀπό τό συνειδητά ἀντι-νατουραλιστικό πνεῦμα πού χαρακτήριζε τις "Ὧρες κοινῆς ἡσυχίας", ὑπῆρξε πολύ εὐχάριστη ἔκπληξη γιά μένα. Προσφάτως ἔτυχε νά ξαναδῶ σέ βίντεο τήν ταινία, ὁπότε καί ἀποφάσισα νά συστηματοποιήσω κάποιες σκέψεις μου πού τήν πρώτη φορά εἶχα καταγράψει.
Ἡ ταινία στήν ἀρχή μόνον καί γιά πολύ λίγο ξεγελάει πώς ἴσως πρόκειται γιά τυπική ἠθογραφία κι αὐτό λόγῳ τοῦ σκηνικοῦ της: μικρή πλατεία σέ συνοικία τῆς Ἀθήνας μέ πολυκατοικίες γύρω-γύρω, περιβάλλον ξεκάθαρα μεσοαστικό και ἀναγνωρίσιμο ἀπ' ὅλους μας. Στήν πραγματικότητα ὅμως ἡ σκηνοθέτις μαζί μέ τόν σεναριογράφο ἔχουν ἀφήσει πολύ μακριά τὴν ἠθογραφία ἤ τόν νατουραλισμό καί τό ἀποτέλεσμα τῆς κοινῆς τους προσπάθειας εἶναι ὑπαινικτικό κι ἐσωτερικότατο.
Ἡ ματιά τῆς σκηνοθέτιδας κινεῖται σ’ ἕνα ἐπίπεδο πιό ψηλά ἀπό τά πράγματα καί τίς καταστάσεις πού περιγράφει, οὕτως  ὥστε, ἐνῶ στέκεται δίπλα τους,  νά κατορθώνει να τ’ ἀντιμετωπίζει ἀποστασιοποιημένα χωρίς συναισθηματισμούς καί δικαιολογίες. Οἱ ἥρωες δέν ἔχουν νά λογοδοτήσουν παρά μόνον ἀπέναντι στήν συνείδησή τους, ὅση διαθέτει ὁ καθένας, γι’ αὐτό καί ἡ κοινωνία ζεῖ μονίμως ἐν κινδύνῳ καί σέ κατάσταση συναγερμοῦ.
Οἱ χαρακτῆρες τοῦ ἔργου περιχαρακωμένοι ὁ καθένας ἐντός τοῦ ἑαυτοῦ του καί τῶν ἀναγκῶν του ἐκπλήσσονται, ὅταν ἀντιλαμβάνονται ὅτι συνυπάρχουν καί ἀλληλοεπηρεάζονται κι ὄχι ὅτι ἁπλῶς διαβιοῦν παράλληλα. 
Τό γεγονός αὐτό δίνεται ἀπὸ τήν σκηνοθέτιδα πάρα πολύ ἐπιτυχημένα μέσα ἀπό ἕνα πρωτότυπης σύλληψης μοντάζ, τό ὁποῖο νιώθεις ὅτι βασίζεται στά βλέμματα τῶν ἡρώων τῆς ταινίας, πού ἄλλοτε διασταυρώνονται τυχαῖα κι ἄλλοτε παρατηροῦν παράλληλα τόν κόσμο καί τά τεκταινόμενα δίνοντας πάσα ἀπό τήν μιά σκηνή στήν ἑπόμενη. Μέ τόν τρόπο αὐτό ἡ ἀφήγηση ρέει μέ φυσικότητα χωρίς νά μεταβιβάζεται κατά λογική συνέπεια ἀπό τήν μιά σκηνή στήν ἄλλην καί ἀποκτᾶ ἀλήθεια κι ἐσωτερικότητα λόγῳ αὐτοῦ τοῦ ἰδιότυπου μοντάζ πού συμβαίνει μπροστά στά μάτια μας!
Τέλος ἀποενοχοποιεῖται μιά καί καλή ἡ διαύγεια τοῦ ἑλληνικοῦ τοπίου, ἀφοῦ ἡ ταινία ἀπό μόνη της εἶναι ἡ ἀπάντηση ὅτι δέν χρειάζεται ὁ τόπος μας νά σκοτεινιάζει με τεχνητούς τρόπους ἤ ἔστω νά κινηματογραφεῖται σέ δύστροπες -ἀκόμα καί σπάνιες γιά τήν Ἑλλάδα- καιρικές συνθῆκες,  προκειμένου ν' ἀποδοθεῖ ἡ σκοτεινιά τῶν ἀνθρώπινων πραγμάτων.
Χωρίς ὑπερβολή θεωρῶ πώς οἱ "Ὧρες κοινῆς ἡσυχίας" συνιστοῦν μιά ἀπό τίς πιό ἄρτιες καί ὁλοκληρωμένες ταινίες τοῦ Ἑλληνικοῦ κινηματογράφου.