Φίλες καί φίλοι, συγγραφεῖς/συνομιλητές στο διαδίκτυο, ἄς μήν χρησιμοποιοῦμε τὰ ἀπωθητικά greeklish, για νά ἐκφράζουμε τίς ἀπόψεις μας. Ὅπως ὅλοι γνωρίζουμε πατώντας τόν συνδυασμό πλήκτρων "alt-shift" ἐναλλασσόμαστε ὡραιότατα ἀνάμεσα στό λατινικό καί τό ἑλληνικό ἀλφάβητο. Τό νά γράφει κάποιος χρησιμοποιώντας τήν ἑλληνική ἀλφάβητο δέν εἶναι θέμα παραξενιᾶς ἤ ἐλιτισμοῦ. Ἀντίθετα,θά ἔλεγα ὅτι εἶναι ζήτημα χαλαρωμένων ἀντανακλαστικῶν,τό νά μήν τόν ἐνοχλεῖ ἡ κακοποίηση πού ὑφίσταται ἡ γλῶσσα μας, ἀφοῦ μέσα ἀπό τά greeklish χάνει κάποιος ἐντελῶς τήν ἐπαφή μέ τις ρίζες, ἄρα καί τήν οὐσία τῶν λέξεων τῆς ἑλληνικῆς. Τώρα πού ἡ κυβέρνηση ξεπουλάει κάθε τί ἐθνικό, ἄς μήν τήν βοηθᾶμε ἀπό ἐπιπολαιότητα καί κακῶς ἐννοούμενη εὐκολία στό ἔργο της.
Υ.Γ: Ἡ βίαιη καί χωρίς καμμία ἐπιστημονική τεκμηρίωση κατάργηση τοῦ πολυτονικοῦ τρόπου γραφῆς τῆς ἑλληνικῆς ἀποτελεῖ μιάν ἀκόμα σκοτεινή καί πονεμένη ἱστορία...

Κυριακή, 27 Μαρτίου 2011

"ΙΡΛΑΝΔΕΖΙΚΟΣ ΔΡΟΜΟΣ" - σκην. ΚΕΝ ΛΟΟΥΤΣ (2010) ("ROUTE IRISH" - dir. KEN LOACH)

Ἀληθινά Ψέμματα...
Ὁ Κέν Λόουτς θα μπορούσε ἄνετα να φέρει τόν τίτλο τοῦ σκηνοθέτη «κοινωνικῶν ταινιῶν» μέ ὅλη τήν σημασία τῶν λέξεων: κανείς ἄνθρωπος ἐπί γῆς δέν μπορεῖ νά ἰσχυριστεῖ ὅτι δρᾶ αὐτόνομα, ἀνεπηρέαστος ἀπό τά πλαίσια τῆς κοινωνίας ὅπου βρίσκεται. 
Παράλληλα, ὅμως, ὁ Λόουτς δέν πιστεύει ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι δημιούργημα ἀπότοκο τῆς κοινωνίας καί μόνο. Πιστεύει στό ἔμφυτο τῆς ἀνθρώπινης καλωσύνης, στό ἔμφυτο ἀξιῶν, ὅπως ἡ φιλία καί ἡ ἀλληλεγγύη, οἱ ὁποῖες δημιουργοῦν κάθε τόσο μέσα στήν κατά κανόνα ἀδιάφορη ἤ ἀνάλγητη κοινωνία τῶν ανθρώπων τά ἀουτσάϊντερ, πού φέρνουν τήν ανατροπή.
Ἡ δυνατή σκηνοθεσία τοῦ ἔργου υἱοθετεῖ τήν ρομαντική (ἴσως καί μελό κάπου-κάπου) αὐτή ματιά, μέ την ὁποία ὁ Λόουτς ἀντιμετωπίζει τήν ἀδυσώπητη κοινωνία, χωρίς φλυαρίες ἤ ρητορίες, ἀλλά μέ τήν σφικτοδεμένη ροή μιᾶς ἀστυνομικῆς/κατασκοπικῆς ἱστορίας: γρήγορo ρυθμό, ρεαλιστικά σκηνικά, μοιραῖες ἐνέργειες πού ἀκουσίως ἐπιταχύνουν τίς ἐξελίξεις, ἀνατροπή δεδομένων, συγχρονισμό δράσης. 
Τό ουτσάϊντερ πού νσαρκώνει βετεράνος μισθοφόρος στό ράκ, Φέργκους, θά ψάξει μέ λην τήν δύναμη τς ψυχς του, θά διαλευκάνει καί θά ἐκδικηθεῖ μέχρι αὐτοκαταστροφῆς τόν μυστηριώδη θάνατο το παιδικο του φίλου, πίσης ουτσάϊντερ καί ν νεργεί μισθοφόρου στρατιώτη στό ράκ, Φράνκι.
Ὅταν, ὅμως, φύγεις ἀπό τήν αἴθουσα, περισσότερο κι ἀπό μιά σύνθετη ἱστορία ἀστυνομικο-κατασκοπικοῦ χαρακτήρα, αἰσθάνεσαι ὅτι ἔχεις παρακολουθήσει μιά δυνατή πολιτική ταινία, ἀντικειμενική στά ὅρια τῆς σοβαρῆς δημοσιογραφικῆς ἔρευνας, γιά τό φαινόμενο τῶν ἐταιρειῶν στρατολόγησης μισθοφόρων, ἕνα καρκίνωμα πού λυμαινόταν τό Ἰράκ κατά τήν περίοδο τῆς Νατοϊκῆς εἰσβολῆς,  γεγονός πού ἐκπληρώνει καί τόν βασικό στόχο τοῦ σκηνοθέτη: "..."Είναι αλήθεια πως αυτοί που υποκίνησαν τον πόλεμο, αυτοί οι στυγνοί εγκληματίες, ουδέποτε λογοδότησαν για όσα έκαναν. Μέσα από τα έργα μου θα κάνω ό,τι μπορώ για να οδηγηθούν κάποια στιγμή στο εδώλιο" συμπληρώνει ο ριζοσπάστης και πάντα μαχητικός Loach..."
Ρήσεις καί Ἀντιρρήσεις: Μέ βρίσκουν σχεδόν ἀπολύτως σύμφωνη οἱ ἀπόψεις πού ἐκφράζονται στίς κριτικές πού διάβασα στό sevenart.gr καί στό filmboy.gr .

Τρίτη, 15 Μαρτίου 2011

"BLUE VALENTINE" - σκην. ΝΤΕΡΕΚ ΣΙΑΝΦΡΑΝΚΕ / DEREK CIANFRANCE (2010)

Ὁ Ἀμνός τοῦ Θεοῦ...
Ἡ μελαγχολική ἐρωτική ἱστορία "Blue Valentine" εἶναι μιά ταινία πού αξίζει κανείς νά τη δεῖ, κι ἄς σοῦ δημιουργεῖ τήν αἴσθηση, βγαίνοντας ἀπό τόν κινηματογράφο, πώς τό κύριο θέμα της δέν ἦταν τελικά τό χρονικό τῆς γέννησης καί τῆς κατάρρευσης μιᾶς ἐρωτικῆς σχέσης, ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ δημιουργός της.
Αὐτή ἡ -κατά τήν προσωπική μου ἄποψη- ἔλλειψη αὐτογνωσίας τοῦ σκηνοθέτη ἀναφορικά μέ τό ἀντικείμενο προβληματισμοῦ τῆς ταινίας του, πιστεύω ὅτι ὀφείλεται στήν παρορμητική προσπάθεια τοῦ Σιανφράνκε να μιμηθεῖ τό ἔργο τοῦ Τζών Κασσαβέτης, τοῦ ὁποίου, ἄλλωστε, δηλώνει ἔνθερμος θαυμαστής. 
Ὁ Τζών Κασσαβέτης μελετάει τίς ἀνθρώπινες σχέσεις (ἐρωτικές, συγγενικές, οἰκογενειακές, φιλικές) ἀποκρυπτογραφώντας τά ψυχολογικά ὅρια συμπεριφορῶν, πού ἀκροβατοῦν ἀνάμεσα στό κοινωνικῶς ἀποδεκτό καί τό μή.
Ὁ Ντέρεκ Σιανφράνκε, ἀπό τήν ἄλλη, στὸ “Blue Valentine” ἔχει δημιουργήσει τό δίπολο μιᾶς ἐρωτικῆς σχέσης ἀρκετά συχνά συναντώμενης, τήν ὁποία, σεναριακά τουλάχιστον, καί πιθανότατα χωρίς ὁ ἴδιος νά τό ἔχει συνειδητοποιήσει, τήν ἀντιμετωπίζει κυρίως ἀπό τήν ἠθική της διάσταση καί λιγότερο ἀπό τήν ψυχολογική της. [Γι αὐτὸ καί πιστεύω πώς τό "παράλογο" τῆς σκηνῆς μέ τήν Σίντυ, πού συναντάει στά κρυφά τόν φίλο της, καθισμένη στό ἀναπηρικό καροτσάκι τῆς γιαγιᾶς της, καθιστᾶ τήν σκηνή παράταιρη μέσα στό σύνολο τῆς ταινίας.] 
Μέσα ἀπό τήν πλοκή τῆς ἱστορίας,  πού τελικῶς ἀφηγεῖται ὁ Σιανφράνκε, πάνω ἀπ ὅλα ἀναδύεται ἔντονα τό μεγαλεῖο τῆς ψυχῆς τοῦ Ντήν, τοῦ ἄντρα τῆς Σίντυ, ὁ ὁποῖος παραμένει  ἁγνός, ἀβοήθητος καί παρεξηγημένος μέχρι τέλους. Ἡ ποιότητα αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπινου χαρακτήρα, κατά τήν γνώμη μου, ὑπερκαλύπτει τό σκέλος τῆς ταινίας, πού ἀφορᾶ στήν σχέση τοῦ ζευγαριοῦ. 
Κι ὅμως, ὁ σκηνοθέτης μοιάζει νά μήν γνωρίζει τήν ἀξία τοῦ ἥρωα πού ἔχει δημιουργήσει. 
Γιά παράδειγμα, ἡ σκηνή τῆς μεταφορᾶς τῆς οἰκοσκευῆς τοῦ ἡλικιωμένου Γουῶλτερ στό γηροκομεῖο, μέ τόν Ντήν νά φροντίζει,  ἀπεγνωσμένα καί χωρίς καμμία ὑποχρέωση, νά δημιουργήσει ἕνα περιβάλλον, πού θά κάνει τόν γέρο ἄντρα νά αἰσθανθεῖ πιό οἰκεῖα, μπορεῖ ν’ ἀποτελέσει, κατά τή γνώμη μου, κομμάτι ἀνθολογίας σκηνῶν ἔκφρασης τῆς ἀνθρώπινης γενναιοδωρίας καί τοῦ πάθους γιά προσφορά στόν συνάνθρωπο. 
Ἡ ἀταλάντευτη πίστη τοῦ ἀμόρφωτου ἐργατόπαιδου στήν σημασία τοῦ ἔρωτά του γιά τό εὔστροφο κολλεγιοκόριτσο, ἡ σταθερότητά του ἀπέναντί της, ἡ ἀνιδιοτελής ὑποστήριξη πού τῆς προσφέρει κατά τήν ἐγκυμοσύνη της, ἀρνούμενος νά κυλιστεῖ σέ ἐγωιστικά συναισθήματα λόγῳ τῆς ἀμφισβητούμενης πατρότητας τοῦ παιδιοῦ, ἡ ἔμπνευση καί ἡ ἀγάπη μέ τήν ὁποία ἀντιμετωπίζει τόν πατρικό ρόλο, μᾶς ἀποκαλύπτει τόν Ντήν ὡς Χριστιανικό πρότυπο Ἀγάπης πρός τόν πλησίον, συγχώρεσης, ταπεινοφροσύνης, ἐνσάρκωση τῆς ρήσης «Μακάριοι οἱ πτωχοί τῷ πνεύματι», εὑρισκόμενον πολύ μακριά ἀπό τήν ματαιοδοξία καί τήν μικροψυχία τῶν συμπεριφορῶν καί τῶν ἐπιθυμιῶν τῆς Σίντυ. 
Ἡ κάμερα τοῦ Σιανφράνκε, δημιουργώντας ἀσφυκτικά πλάνα, μονίμως στό κατόπι τῶν ἡρώων του, δίπλα, μπροστά ἤ πίσω ἀπό τά πρόσωπα καί τά σώματά τους (στοιχεῖο πού μαρτυρᾶ ἐντονότατα τήν ἐπιρροή Κασσαβέτης), ἐπιλέγει νά μιλήσει γιά τήν μεταξύ τους, τήν αὐστηρά ἰδιωτική τους περιπέτεια. Ἡ πληθώρα αὐτή τῶν κοντινῶν  πλάνων ἀναδεικνύει μέν τήν ψυχολογική πλευρά τῆς κατάστασης πού βιώνουν οἱ ἥρωες, ἀλλά ἀγνοεῖ τήν ὑπαρξιακή διάσταση μιᾶς σχέσης πού προκύπτει ἀπό μή ἰσοδύναμους ἠθικά χαρακτῆρες, ὥστε τελικῶς ὁ Ντήν νά ἐγκαταλείπεται ἀδικαίωτος στήν (ἠθική)  μοναξιά του, ὄχι μόνον ἐντός τῆς κοινωνίας πού ζεῖ , ἀλλά καί κινηματογραφικά...
Ρήσεις καί Ἀντιρρήσεις: Ὅσον ἀφορᾶ στήν συνολική ἐκτίμηση τῆς ταινίας τοῦ Σιανφράνκε, δέν μπόρεσα νά συμφωνήσω μέ καμμία ἀπό τίς κριτικές πού ἔτυχε νά διαβάσω. Παρ' ὅλ' αὐτά, ἀνακάλυψα ἀρκετά κοινά σημεῖα μέ τήν ἀνάλυση τοῦ blog, Movies Ltd .

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2011

"ΕΙΜΑΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ" - σκην. ΛΟΥΚΑ ΓΚΟΥΑΝΤΑΝΙΝΟ (2009) ("IO SONO L' AMORE" - dir. LUCA GUADAGNINO)

-Ἐγώ εἶμαι ὁ ἔρωτας!
-Κόψε κάτι!
Τό συγκεκριμένο κριτικό μου σχόλιο γράφτηκε καί δημοσιεύτηκε στό ἱστολόγιο camerastyloonline.wordpress.com τόν Ἰανουάριο τοῦ 2011, ὡς ἀπάντηση στήν κριτική τῆς Δήμητρας Γιαννακοῦ:  http://camerastyloonline.wordpress.com/2010/10/07/io-sono-l-amore-luca-guadagnino-kritiki-dimitras-giannakou/  
Ἐδῶ, ἀναδημοσιεύεται μέ λίγες διορθώσεις.  
Ἀκόμα καί τοῦ πιό ἀπαίδευτου θεατῆ τό μάτι δέν μπορεῖ παρά νά αἰσθανθεῖ τό γλαφυρό ἀποτέλεσμα τῆς μοναδικῆς ἱκανότητας τοῦ σκηνοθέτη στίς τεχνικές τῆς κινηματογραφικῆς ἀφήγησης καί τοῦ μοντάζ. Ὁ Λούκα Γκουαντανίνο δημιουργεῖ μέ χαρακτηριστική ἄνεση καί εὐκολία σκηνές ποίησης κινηματογραφώντας μέ πραγματική ἔμπνευση χώρους καί χρόνο, ὅπου κινοῦνται οἱ ἥρωες τοῦ ἔργου. 
Ὅμως ἡ ἀπόλυτα ἐπιτυχημένη μίμηση κι ἐναλλαγή τῶν «τρόπων» ἄλλοτε τοῦ Χίτσκοκ, ἄλλοτε τοῦ Ἀϊζενστάϊν, ἄλλοτε τοῦ Ἀντονιόνι, τελικά στερεῖ τήν ταινία του ἀπό προσωπικό ὕφος γραφῆς καί τήν ὑποβιβάζει στό ἐπίπεδο μιᾶς ἄσκησης δεξιοτεχνίας κι ὄχι μιᾶς ταινίας μέ ὁλοκληρωμένο νόημα.
Γι’  αὐτό καί πιστεύω πώς τό «Εἶμαι ὁ ἔρωτας» ἔχει ἀποτύχει στόν σκοπό του:
Τό πάθος καί ἡ ἔνταση των καταστάσεων πού βιώνει προοδευτικά ἡ καταπιεσμένη Ρώσικη ψυχή τῆς μητέρας, ἡ ἀπογοήτευση πού καταλαμβάνει τό γιό της ἀπό τήν κλιμακωτή καθίζηση τῶν ρομαντικῶν προσδοκιῶν του, ἡ ἀλλαγή καί ἡ ἀνατροπή τῶν παραδόσεων πού συνήθιζαν νά χαρακτηρίζουν τό οἰκοδόμημα τῆς πάμπλουτης, ἀριστοκρατικῆς οἰκογένειας τῶν Ρέκι, ἀντιμετωπίζονται μέ ἔλλειψη σφαιρικότητας, σχηματικά καί ἀποσπασματικά, ὡς ἐπεισόδια ἑνός σήριαλ κι ὄχι δυναμικά μέ μιά «απ’ ἔξω ἀπό τά πράγματα», ἀφ’ ὑψηλοῦ γενική κριτική ματιά (ἀδιάφορο ἄν εἶναι θετική ἤ ἀρνητική) τῆς στάσης ζωῆς τῆς οικογένειας. 
Κι ἐνῶ ἡ κάμερα ἐπιλέγει τήν ἀποστασιοποιημένη ματιά τοῦ ἀφηγητῆ-παντογνώστη, ὁ σκηνοθέτης μοιάζει νά μήν  ἔχει πάρει θέση ἀπέναντι στίς καταστάσεις πού ἀντιμετωπίζουν οἱ ἥρωές του καί τά διλήμματα πού τούς ταλανίζουν.
Τό ἐπιφανειακό σενάριο τοῦ ἔργου, πού βαδίζει πιστά πάνω σέ ἴχνη χαραγμένων προτύπων τῆς νοοτροπίας πού διακρίνει τόν μεγαλοαστικό πλοῦτο (δικαιωμένων αἰσθητικά ἀπό τήν ἤδη ὑπάρχουσα λογοτεχνία ἤ κινηματογράφο), πέφτει στήν  παγίδα τοῦ προφανοῦς, τοῦ κοινότυπου καί τοῦ ἀναμενόμενου.
Ὡς ἀποτέλεσμα δέν καταφέρνει ν’ ἀποκαλύψει τήν οὐσία τῆς ψυχῆς τῶν ἡρώων, ἀλλά τούς ἀφήνει νά δροῦν ὡς ἄγνωστοι μήτε δικαιώνοντας μήτε ἀπαξιώνοντας τίς αντιδράσεις τους. 
Ὁ θεατής ἀναγκάζεται νά βρεῖ τήν λύση μόνος του καταφεύγοντας, προκειμένου νά δικαιολογήσει ἤ ὄχι τίς πράξεις τους, στήν προσωπική του ἠθική... ·ἀλλά αὐτὴν ἀκριβῶς τήν στιγμή, ἡ χάρη καί ἡ κομψότητα τῆς κινηματογραφικῆς ἀφήγησης χάνουν ὁρμητικά ἔδαφος μπροστά στό βαρύγδουπο ἀποτέλεσμα τῆς ἀνυπαρξίας ἀρχικῆς συνολικῆς σύλληψης καί τελικοῦ νοήματος ἑκ μέρους τοῦ δημιουργοῦ τῆς ταινίας.
Ὅταν φεύγεις ἀπό τήν αἴθουσα, τό ἔργο ἔχει προλάβει νά ξεφουσκώσει σάν μπαλόνι καί νά γίνει ἱσοδύναμο τῶν πρός ἐντυπωσιασμό κοινωνικῶν προβληματισμῶν πού θέτουν τά τηλεοπτικά δραματικά σήριαλς.
Ρήσεις καί Ἀντιρρήσεις: Μέ βρίσκουν ἀπόλυτα σύμφωνη οἱ ἀπόψεις που ἐκφράζονται γιά τήν ταινία στά ἄρθρα τῶν blogs Cinessence, Cine-theasi, Movies for the masses.

 

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011

"Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ" – σκην. ΤΟΜ ΧΟΥΠΕΡ (2010) ("THE KING'S SPEECH" -dir. TOM HOOPER)

Μιά φορά κι ἕναν καιρό... 
...παραμύθια μέ βασιλιάδες
Τό συγκεκριμένο κριτικό μου σχόλιο γράφτηκε καί δημοσιεύτηκε στό ἱστολόγιο
camerastyloonline.wordpress.com τόν Φεβρουάριο τοῦ 2011, ὡς ἀπάντηση στήν κριτική τῆς Νταϊάνας Κεφαλογιάννη: http://camerastyloonline.wordpress.com/2011/02/16/giati-tosos-logos-gia-to-logo-tou-vasilia-tis-dianas-kefalogianni 
Ἐδῶ, ἀναδημοσιεύεται μέ λίγες διορθώσεις.  
Ἄν οἱ Ἀμερικάνοι ἔχουν ὡς σημεῖο ἀναφορᾶς τοῦ ἔθνους τους τόν πόλεμο στό Βιετνάμ καί ὁ κινηματογράφος τους πού τροφοδοτεῖται ἀπ' αὐτό τό γεγονός, μέ τή σειρά του, ἀνατροφοδοτεῖ τήν ἐθνική τους συνείδηση, τό ἴδιο μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι συμβαίνει μέ τούς Βρετανούς καί τήν Βασιλική Οἰκογένεια.
Πάνω σ' αὐτόν τόν ἐθνικῆς σημασίας γιά τούς Βρετανούς ἄξονα, τήν Βασιλική Οἰκογένεια, ἔκτισε ὁ Τόμ Χούπερ τήν ταινία του κατορθώνοντας νά μεταμορφώσει σέ διδακτικό λαϊκό παραμύθι ἕνα ἥσσονος πολιτικῆς καί ἱστορικῆς σημασίας πραγματικό γεγονός: τήν ὑπερπροσπάθεια τοῦ Γεωργίου τοῦ 6ου, νά ξεπεράσει τόν τραυλισμό του, μέ τή βοήθεια του ἑνός ἀντισυμβατικοῦ καί ταλαντούχου -ἄνευ πτυχίου- λογοθεραπευτῆ (καί ἀποτυχημένου ἠθοποιοῦ) ὅταν, παραμονές Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, οἱ συγκυρίες τόν ἔχρισαν βασιλιά. 
Μέ καμβά τό «μικρό» αὐτό γεγονός, ὁ Χούπερ ἀκολουθεῖ πιστά ὅλα τά χαριτωμένα στερεότυπα πού παραπέμπουν ἀπευθείας σέ Βρετανία καί Βρετανούς: από τά σκηνικά, τούς χώρους καί τούς τρίτους ρόλους τῆς ταινίας, πού νιώθεις ὅτι ξεπηδᾶνε αὐτούσια μέσα ἀπό σήριαλ τοῦ BBC, μέχρι τήν ἀποστήθιση τῶν ἔργων τοῦ Σέξπιρ, ὡς καθημερινή πνευματική ἄσκηση καί συνήθεια τοῦ Βρετανοῦ ἀστοῦ. 
Τό Βρετανικό, ὅμως, αὐτό παραμύθι ὁλοκληρώνεται μέ την ζυγισμένη, ἀπό τό ἔντονα ἀναγνωρίσιμο βρετανικό χιούμορ καί στύλ, σχέση ἀνάμεσα στόν Βρετανό πρίγκηπα καί τόν Αὐστραλό λογο(ψυχο)θεραπευτή του καί ἐντέλει καρδιακό του φίλο. Τό δίδυμο αὐτό (Ἄλμπερτ – Λάϊονελ), πού ἀλληλοσυμπληρώνεται τόσο ἁρμονικά, προδίδει κατά τήν γνώμη μου, ὄχι μόνο τήν θεατρική καταγωγή τοῦ σεναρίου, ἀλλά καί τήν μικτή καταγωγή τοῦ σκηνοθέτη, πού ὄντας Αὐστραλός ἀπό μητέρα, ὡστόσο φαίνεται ξεκάθαρα ὅτι λατρεύει τήν Βρετανία.
«Ὁ λόγος τοῦ Βασιλιᾶ» εἶναι μιά συγκινητική κομεντί -δοσμένη ὡς παραμύθι- πού προκύπτει ἀβίαστα ἀπό τήν ἑσωτερική δραματική σύγκρουση πού βιώνει ὁ εὐαίσθητος, καταπιεσμένος καί φιλότιμος πρίγκηπας Ἄλμπερτ μπροστά στίς εὐθύνες πού ἡ μοίρα τοῦ φορτώνει...
Μιά κομεντί φτιαγμένη ἀπό ἕναν κατά τό ἥμισυ Αὐστραλό, ὁ ὁποῖος κλείνει μέ συμπάθεια τό μάτι στόν βέρο Βρετανό πολίτη, ἔχοντας πετύχει τόν στόχο του, νά ἀναπαραγάγει ἐπιτυχημένα καί μέ σεβασμό μιά ταινία ἀπολύτου Βρετανικῆς ὑπηκοότητας!
Ρήσεις καί Ἀντιρρήσεις: Ἔναυσμα γιά τήν συγκεκριμένη κριτική δέχτηκα καί από τό κείμενο "Ο Λόγος του Βασιλιά - The King's Speech" πού διάβασα στό www.filmboy.gr